Λευκότητα

Τα βράδια πέφτουν ξαφνικά όπως καρφώνεις το καρφί στον τοίχο. Χειμώνες που ξυπνήσανε ξανά, η άκρη απ’ το παλτό τους, σου ακουμπάει το στίχο. Ας είναι χιόνι, να καλύψει όλη τη γη, για μια στιγμή θα κρύψει όλη τη νύχτα,…

Αύρα

Φύλλα ξερά, άλλα βουτηγμένα βροχή κι ανάμεσά τους, ριπές απ’ αγέρα, σκληρές, σιδερένιες γροθιές. Γυρίσαμε πίσω στον χειμώνα. Κι όμως, το χέρι σου, καθώς σηκώνεται να φτιάξει αντήλιο, μυρίζει άνοιξη. Και τα μάτια σου κοιτάζοντας ουρανό γεμίζουν τόσο γαλάζιο που ξεχειλίζουνε…

Ομολογία

Το βράδυ, κρυφά, Έβαψα τα χείλη μου κόκκινα Και βγήκα στους δρόμους. Το άλλο πρωί, Ζητιάνευα για ό,τι είχε απομείνει.    

Σούζη

Με το κολλητό μίνι φουστανάκι που άνετα θα μπορούσες να το πάρεις για μπλουζίτσα, κάτι σαν πλάγιες γραμμές άσπρες και  μαύρες όχι όμως ζεβρέ, η Σούζη ήξερε πως θα κάνει θραύση! Ήταν κι οι μπότες, αυτές οι ψηλές που πιάνουν…