Στο πονεμένο της μυαλό, σειρά τώρα είχε εκείνο το κατάπλασμα, που της έλεγε η μανούλα της, για να καταπραΰνει τα εντερικά της επεισόδια και τα κοιλιακά της άλγη. Μα μόνο εκείνη δεν το ήξερε όλο αυτό, καθώς τα άλγη αυτά συνέχιζαν τις εισροές τους στα κοιλιακά της τοιχώματα, αφού η ψυχούλα τους θορυβήθηκε τόσο και τραντάχτηκε άλλο τόσο.
Το ‘ξερε εξ αρχής πως κανένας δε θα ‘ταν σε θέση να αντιληφθεί και τον πόνο της, μα το δάκρυ της, μήνες τώρα, πάγωσε και τα κρυσταλλάκια του μετρούσαν τα ξενύχτια τού είναι της όλου.
Έστεκε μόνη της απέναντι απ’ την παρηγοριά της και συμμετείχε πάντα ενεργά, καθώς δεν είχε αντιληφθεί πόσο τα πονούσε, αλλά ξέρετε, ήθελε να βγάλει την πίκρα της και τον καημό της, ίσως και ακούγοντάς τα.
Έτσι κι αλλιώς τα πλήκτρα της είχαν απομείνει για να σκοτώνουν της μοναξιάς της το απάνεμο λιμάνι, καθώς διέπρεπε η μοναξιά αυτή, έναντι των άλλων της των συναισθημάτων.
Συναισθήματα που ήρθαν να διαδηλώσουν και όχι να υποδουλώσουν τα θέλω τους, παρά εκεί απομονωμένα τώρα πια, σήκωσαν το δικό τους μπαϊράκι, θέλοντας να επικρίνουν και να φερθούν μ’ ανάλογη κοροϊδία και στον κτήτορα που τα ‘θελε όλα δικά του.
Χρόνια πολλά πριν, σαν να είχε δει την φίλη του και σύμμαχό του, να στέκεται και να γράφει παρέα με το δικό της φίλο και απομονωμένο απ’ όλα υπολογιστή της, καλό της συμπαραστάτη σε όλα.
Τότε που η ζωή της νόμιζε πως της έριξε τη δική της τη λαχειοφόρο αγορά, μα ξέρετε, δεν ήταν και τόσο τυχερή.
Ίσως και να ήταν, ίσως και να μην ήθελε μετά, μα το σίγουρο ήταν πως τότε είχε αρχίσει να χάνει τον εαυτό της.
Χωρίς πολλά πολλά, εξακολουθούσε να ερευνά τακτικές, μα μετά το δικό της το ξενύχτι, ξεκίνησε να της κάνει παρέα ο δικός της μετέπειτα άνθρωπος, αλλά νόμιζε η καημένη, δεν ήταν ποτέ και τώρα πια το ‘χε σιγουρέψει με κάθε της αναμφίβολη στάση της ζωής του.
Ήτανε χειμώνας, τα θυμάται όλα πολύ καλά, σαν να ‘ταν χτες και τα πάντα δρομολογήθηκαν, λες κι ο ένας έψαχνε τον άλλον, στη ζήση τούτη, ανεβαίνοντας αυτό το μονοπάτι που λέγεται ζωή.
Πόνοι, δάκρυα, μα εκείνοι σταθεροί και αμετάπιστοι στα θέλω τους, έτσι πίστευε, μα τα πρέπει τους άρχισαν και τους κατακεραύνωναν.
Ο καιρός περνούσε, οι μέρες διευκόλυναν τους στόχους και τα θέλω τους, μα είχε αρχίσει μια τακτική εκ μέρους του μετάλλαξής της και κυρίως επαναπροσδιορισμού της, σύμφωνα με τα μέτρα και τα σταθμά του.
Το φέρσιμό του, λειψό, σαν την μετέπειτα εξέλιξη του μυαλού του και του ακατοίκητού του εγκέφαλου.
Δόθηκαν μάχες, έπεσαν κορμιά σ’ αυτές τις διαμάχες μα αυτοί ήταν ένα, ένα σώμα μια ψυχή και σ’ όλα μαζί για να ζήσουν επιτέλους και μια μέρα μαζί.
Την Εστία πάντα την ένοιαζε το σπιτικό μαζί του, μα εκείνος, ως άλλος Διόνυσος, όνομα και πράγμα, συνέχιζε τα γιορτάσια και ανελέητα τα γλέντια και των ξημερωμάτων του οι ακολασίες.
Τώρα πια τα συνδυάζει και έχει πάρει μόνη της τις απαντήσεις.
Ούτε σ‘ αυτό δε στάθηκε ντόμπρος και άντρας να της δώσει τις εξηγήσεις που πάλευε η Εστία χρόνια τώρα να πάρει, να νιώσει.
Δεν της έφταναν όλα του τα τρωτά σημεία, είχε κι αυτό του Καζανόβα, που αργά το πήρε και χαμπάρι μη σας πω.
Μα όλα αυτά τα χρόνια η Εστία, ο Διόνυσος και ένα πλάσμα πάντα ανάμεσά τους, δίχως να ‘ναι σε θέση κανείς του να το αποβάλλει, να το διώξει, αν κι εφόσον φυσικά υφίστατο.
Ώσπου μια μέρα των ημερών, έρχεται να μείνει μαζί της, το πολυπόθητό τους χρόνων Σαββατοκύριακό τους και εκεί εξελίχτηκε, ξετυλίχτηκε ο χειρότερός της εφιάλτης.
Ο άνθρωπος που δεν έκανε χωρίς αυτήν, έτσι πίστευε, φάνηκε απαθής, ξένος και κυρίως μόνο διεκδικητικός και αισχρά απαιτητικός.
Όντως εκείνο το Σαββατοκύριακο, το μοναδικό στη ζωή των τόσων τους χρόνων, στάθηκε ικανό να τον κάνει να λιώσει στο πιοτό, μάλλον για να ξεχάσει και να ξεχαστεί.
Κι όμως η Εστία το περίμενε πώς και πώς, μα νάτο.
Απογοήτευση, δάκρυα ψυχής, ποτέ να μη γίνουν φανερά και κυρίως ποτέ να μη γίνει αντιληπτή η τόση της απογοήτευση και άδειασμα συγχρόνως.
Εκείνο το βράδυ, ένα όμορφο καλοκαιριάτικο απόβραδο, που όλα λες κι είχαν συνωμοτίσει για την παντελέστατή της ακινησία, ψυχής και μαρμάρωμά τους.
Λες κι η αγάπη πλανιόταν άυλη στο γύρω χώρο, με τον έρωτα να παίρνει το βέλος τους και να τρέχει να βρει άλλο ζευγάρι τώρα πια.
Ήταν η χαριστική εκείνη η βολή που ούτε κι ο ίδιος ήξερε τι ήθελε που ήταν εκεί.
Κοιμήθηκαν τόσο ξένοι, όσο ποτέ και έτσι κι έγινε.
Δυο ξένοι.
ΤΟ ΜΟΝΟ ΚΟΙΝΟ ΣΗΜΕΙΟ ΤΟΥΣ… Η ΑΝΑΦΟΡΑ Σ’ ΕΚΕΙΝΟ ΤΟ ΑΝΝΑΠΛΑΣΜΑ ΠΟΥ ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΕΙΧΕ ΦΥΓΕΙ.
ΑΝΑΜΕΣΑ ΤΟΥΣ… ΠΑΝΤΑ!!!
Τώρα πια η Εστία μένει πιστή στα πιστεύω και στις αρχές της και διεκδικεί το χαμένο της χρόνο ξανά με το φίλο εκείνο που δε θα την προδώσει ποτέ.
ΤΟΝ ΥΠΟΛΟΓΙΣΤΗ ΤΗΣ.
Εκείνος ο Διόνυσος… απέμεινε να ψάχνει την τύχη του σε σελίδες παρηγοριάς και εφήμερης ικανοποίησης.
Αυτή ήταν η ίδια πάντα, η Εστία του, μα το είναι του ήταν κολλημένο στο Ανν@πλασμά του.
ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΑΕΡΙΚΟ ΑΝΥΠΟΣΤΑΤΟ… ΠΟΙΟΣ ΝΑ ΞΕΡΕΙ ΆΡΑΓΕ;
ΚΑΤΙ ΠΟΥ ΔΕ ΘΑ ΤΟ ΜΑΘΕΙ ΠΟΤΕ!!!!
ΑΝΝΑ ΖΑΝΙΔΑΚΗ