Με κοιτάνε λες και δεν τους καταλαβαίνω. Ίσως φοβούνται πως πια δεν τους ακούω ή δεν τους προσέχω. Από τότε που συνέβη, κάθε ημέρα είναι η ίδια ή τουλάχιστον έτσι μου φαίνεται. Τα μεσημέρια έρχεται στο δωμάτιο και μου διαβάζει εκείνη. Αυτή η συγκέντρωση στη φωνή της μου δίνει χρόνο να σκεφτώ. Αν και μου αρέσει να ακούω, το μυαλό λες και βγάζει εισιτήριο για άλλα ταξίδια, μακριά απ’ τα βιβλία που φέρνει και ξαφνικά χάνεται. Φεύγει για τα παλιά. Μου αρέσει να σκέφτομαι τα περασμένα. Στο μυαλό μου, όσοι μου έλειψαν ζωντανεύουν κι είναι σαν να μην έφυγαν ποτέ.
Πάνε εβδομάδες τώρα που γίνεται αυτή η ιεροτελεστία. Κάθε μεσημέρι έρχεται και αρχίζει την ανάγνωση. Χτυπάει η καμπάνα κι έτσι προσέχω την ώρα. Είναι τόσο νέα κι εγώ τόσο παλιά, που μόνο αμυδρά μπορώ να θυμηθώ όλες αυτές τις λέξεις που μου διαβάζει. Τις έχω ακούσει ξανά. Δεν έμαθα ποτέ να διαβάζω, ούτε να γράφω. Δεν με άφησαν οι συνθήκες και οι εποχές. Πάντοτε όμως άκουγα, πρόσεχα όσα μου έλεγαν και προσπαθούσα να τα θυμάμαι, αφού δεν μπορούσα να τα γράψω. Τώρα όμως δεν το κάνω, δεν προσέχω, απλώς νοσταλγώ και περιμένω.
Συνήθως κοιτάω έξω, η θέση δίπλα στο παράθυρο είναι αποκλειστική. Δική μου. Όπως και η θέα της εκκλησίας. Σ’ εκείνη την εκκλησία πέρασα χρόνια, μου έδωσε παρηγοριά όταν έμεινα μόνη και το σπίτι δεν με κρατούσε. Τι να έκανα στο σπίτι; Ανέκαθεν ήμουν δραστήρια. Ήθελα να βοηθάω και βοήθησα πολλούς…
-«Κάτω από τη σκάλα ήταν η πόρτα που οδηγούσε στην υπόγεια κουζίνα. Στο καθ’ αυτό βασίλειο της Λωξάντρας. Στο σκοτεινό, μα πολυαγαπημένο αυτόν Άδη με τα μεγάλα φουρνέλα με τις μασιές…»
Α, η Λωξάντρα. Της αρέσει να μου διαβάζει αυτή την ιστορία. Ίσως είναι και η μοναδική ιστορία που συγκεντρώνομαι, έστω για λίγο, και ακούω. Όλες κρύβαμε τότε μια Λωξάντρα μέσα μας. Γυναίκες, οι οποίες κάναμε όσα χρειάζονταν για να χαρούν οι άλλοι. Η κουζίνα, μάθαμε να είναι το βασίλειό μας. Μαγείρευα κι εγώ πολύ καλά. Με πατέρα Κωνσταντινοπολίτη και μητέρα Ροδίτισσα, τι περιμένεις; Έμαθα να φτιάχνω ωραίες γεύσεις. Πολίτικες και μυρωδάτες, νησιώτικες και ζωντανές. Ωραίες εποχές. Μύριζε το σπίτι και γέμιζε με φωνές. Αυτές που δυστυχώς λείπουν τώρα.
Δεν μαγειρεύω πια. Εδώ δεν χρειάζεται. Έχουν μια γυναίκα γι’ αυτή τη δουλειά, όπως και για τις υπόλοιπες. Οπότε, δεν με χρειάζονται να κάνω τίποτα. Απλά κάθομαι και ακούω. Δεν ήμουν ποτέ απ’ τις γυναίκες που δεν μιλούσαν. Συνεχώς έλεγα τη γνώμη μου, αλλά δεν με ενοχλούσε κιόλας όταν δεν την άκουγαν. Δεν μου άρεσαν οι καυγάδες και συνήθως υποχωρούσα. Η μάνα μου, μια νησιώτισσα με ταπεραμέντο, με δίδαξε να χαίρομαι τη ζωή και όσα έχω. Ταυτόχρονα όμως με έμαθε να είμαι αθόρυβη και ταπεινή. Έτσι, έμαθα να μη χαλάω χατίρι στους άλλους, να μη στεναχωρώ. Δεν μ’ άρεσε να προκαλώ θλίψη. Μέχρι και τώρα κάνω ό, τι μπορώ για να μείνω εδώ, να μην τους πληγώσω.
Μου αρέσει το γηροκομείο. Δεν με τρομάζει. Ο καθένας εδώ έχει την ιστορία του, όπως κι εγώ. Ο καθένας έχει τη γωνιά του. Εγώ το παράθυρό μου. Κάποτε ερχόμουν εδώ ως επισκέπτρια ή καλύτερα ως βοηθός. Μαγείρευα, καθάριζα, τους κρατούσα συντροφιά. Περάσαμε όμορφες στιγμές γεμάτες από γέλιο, δάκρυα και συγκινήσεις. Και κοίτα που σήμερα είμαι κι εγώ, μία από τους ενοίκους. Έχω το δωμάτιό μου και τη θέα μου. Την εκκλησία. Τριάντα χρόνια βοηθάω σ’ αυτή την εκκλησία. Πόσες γιορτές, πόσοι γάμοι, πόσες βαφτίσεις. Σε πόσες χαρές ήμουν παρούσα και σε πόσες λύπες. Πόσα κεράκια άναψα και πόσα έσβησα. Είδα πολλά πρόσωπα, σε διαφορετικές συνθήκες. Άλλα γελαστά, άλλα νικημένα. Όχι ότι με πρόσεξαν ποτέ πως τους παρατηρούσα, έτσι κι αλλιώς όμως δεν ζητούσα τη προσοχή τους.
Ξεκίνησα να έρχομαι για ώρες στην εκκλησία όταν μεγάλωσαν και παντρεύτηκαν τα παιδιά. Άνοιξαν τα δικά τους σπίτια. Έμεινα λοιπόν εγώ κι ο άντρας μου. Σμυρνιός εκείνος. Μωρό έφτασε στην Ελλάδα με τη μάνα του, όταν τους έδιωξαν από εκεί. Τον πατέρα του, τον πήραν και δεν τον ξαναείδαν. Η πεθερά μου τον μεγάλωσε με όλες τις αρχές και τους τρόπους της Σμύρνης. Εμπόρισσα ήταν εκεί, γνωστή και ισχυρή και μεγάλωσε το γιο της κλασικό άντρα της εποχής. Απαιτητικό και αυστηρό. Καλός άνθρωπος όμως μέχρι το τέλος. Είχε τις απαιτήσεις του, όπως όλοι. Το τραπέζι να είναι στρωμένο όταν θα γυρνούσε από τη δουλειά κι εγώ δίπλα του. Πάντα δίπλα του. Συνήθιζε να λέει αν δεν καθόμουν μαζί του «εργάτης είμαι να τρώω μόνος;» Το αγαπημένο του φαγητό, τα ζυμαρικά. Όποτε του τα έφτιαχνα μαζί με τις σάλτσες με τα μπαχαρικά που του άρεσαν, έπαιρνα και χαρτζιλίκι. Μου έδινε χρήματα να πάρω ό, τι θέλω απ’ τη χαρά του, για το νόστιμο φαγητό.
Όταν έφυγε λοιπόν κι εκείνος, έμεινε ένα άδειο σπίτι, με πολλούς επισκέπτες, δε λέω, όμως τα βράδια δεν έμενε κανείς. Οι επισκέπτες γυρνούσαν σπίτια τους κι εγώ έμενα μόνη, με την τηλεόραση στο δωμάτιο για συντροφιά. Όταν δεν με έπαιρνε ο ύπνος έμενα ξύπνια να κοιτάω παλιές φωτογραφίες και να ανάβω ένα καντήλι για κάποιες. Τις είχα στολισμένες στη σειρά. Ανθρώπους που έφυγαν στο ένα δωμάτιο, το δικό μου, κι ανθρώπους που είναι ακόμα παρόντες στο μεγάλο σαλόνι.
Στο δωμάτιό μου οι φωτογραφίες εκείνων είναι πολλές. Πρόσωπα γελαστά, κουρασμένα ή και νεανικά. Του μεγάλου μου αδερφού ένα από αυτά, που χάθηκε νέος, στην περίοδο της κατοχής. Δεκάξι χρονών. Στα στενά της γειτονιάς χάθηκε, μες στα προσφυγικά και το σώμα του δεν το βρήκαμε ποτέ. Τον πυροβόλησαν, μας είπαν. Θρήνησα λοιπόν κι αυτόν, τα χρόνια που έχασε και τις χαρές που ήρθαν και δεν τις είδε. Πόσα βίωσα κι εκείνη την περίοδο. Ξυπόλητη, μια μικρή σαλταδόρος να προσπαθώ να νικήσω την πείνα με λεμονόκουπες. Δεν με έψαχνε κανείς, δεν με αναζητούσε κι εγώ προσπαθούσα να επιβιώσω. Και τα κατάφερα. Συνήθιζα να λέω χρόνια μετά, σε όποιον μου μιλούσε για τις στεναχώριες του, πως αφού εμείς επιβιώσαμε με λεμονόκουπες στην κατοχή, όλα θα φτιάξουν. Κι ήρθαν κι άλλες δύσκολες ημέρες. Έμαθα όμως να παλεύω και να λέω και μια προσευχή μετά από κάθε μάχη.
Πολλές φωτογραφίες λοιπόν και πολλά πρόσωπα. Από γάμους, γιορτές, ορκωμοσίες. Κάποια από αυτά έρχονται κι εδώ να με δουν. Μου φέρνουν εικόνες και σταυρουδάκια. Ένα ζευγάρι σκουλαρίκια. Ένα κομποσκοίνι. Ένα μικρό ραδιόφωνο σαν αυτά που μάζευε ο άντρας μου. Εγώ βέβαια κοιτάω τις εικόνες. Πάντα μου άρεσαν οι εικόνες, με ηρεμούσαν. Βυζαντινές, με πολλές ευχές ριζωμένες πάνω στο ξύλο τους. Έχω πολλές στο σπίτι, γύρω απ’ τις φωτογραφίες όσων λείπουν, για να τους προσέχουν. Έτσι μου τις φέρνουν κι εδώ για συντροφιά. Να προσέχουν εμένα.
Είμαι τυχερή. Έφτιαξα μεγάλη οικογένεια, παιδιά, εγγόνια και δισέγγονα. Ήμουν παρούσα στις χαρές τους και όταν μεγάλωσαν τις οικογένειές τους. Τα μεγάλωσα δύσκολα τα παιδιά μου, αλλά με αξιοπρέπεια. Ποτέ δεν μου άρεσαν τα χρήματα έτσι κι αλλιώς. Δεν τα ήθελα στην τσέπη μου, με βάραιναν. Ό, τι περίσσευε από τις υποχρεώσεις, τα προσέφερα σε όποιον μου ζητούσε βοήθεια ή τα άναβα κεράκια για προσευχές. Γιατί ποιον έσωσε τελικά το να έχει γεμάτες τσέπες; Ποτέ έτσι κι αλλιώς δεν ήταν εκεί η ουσία της ζωής..
«Εκεί η ζωή κυλούσε γιαβάς-γιαβάς. Στενά λιθόστρωτα σοκάκια, μικρά ξύλινα σπίτια με τεράστιες γεροδεμένες πόρτες που μοιάζουν πόρτες φυλακής. Καφασωτά παράθυρα, ερημιά.»
Πάλι ταξίδεψα, ακόμα τη Λωξάντρα μου διαβάζει. Όσο κι αν μου αρέσει αυτή η ιστορία, το μυαλό κάνει βόλτες, όπως κι εγώ κάποτε. Θυμάμαι πριν χρόνια, συμμετέχοντας σε μια εκδρομή για την Παναγία τη Σουμελά, περάσαμε με το πούλμαν από τη Θεσσαλονίκη. Ωραία πόλη, γεμάτη με μυρωδιές από τις συνταγές της Λωξάντρας. Πάνε δεκαπέντε χρόνια από τότε. Εκδρομές και προσκυνήματα. Σε πόσες εκκλησιές πήγα, πόσα μοναστήρια είδα και πόσες ιστορίες άκουσα. Ακόμα οι μυρωδιές και τα αρώματά τους είναι μαζί μου, τα κουβαλάω έως και σήμερα. Αναμνήσεις που με κάνουν και συγκινούμαι.
Μακάρι να μπορούσα να μιλήσω ξανά. Αλλά τι τα θες; Εγκεφαλικό είπαν οι γιατροί. Βαρύ. Και στην επίσκεψή του εκείνο το μεσημέρι της Παναγίας αντί να μου φέρει δώρο, το πλήρωσα κιόλας, με μια πλευρά παράλυτη και με μια χαμένη φωνή. Τι να κάνουμε όμως; Έτσι είναι η ζωή. Δίνει και παίρνει. Οι γιατροί νομίζουν πως δεν καταλαβαίνω. Τα θυμάμαι όμως όλα και χαίρομαι που πρόλαβα και τους είδα όλους. Χαίρομαι γιατί με είδαν, έστω και για τελευταία φορά, όπως ήμουν πάντα. Γελαστή, με γρήγορο περπάτημα και το τσαντάκι μου στο χέρι, να βγαίνω από την εκκλησία και να πηγαίνω στη γιορτή. Τους έκανα και γελούσαν όλους εκείνη την ημέρα. Είπα ιστορίες, συγκίνησα κι έκλαψα. Όπως συμβαίνει στη ζωή. Ο πόνος εκείνη την ήμερα ήρθε και με βρήκε δεύτερος. Δεν με νίκησε, απλά με κούρασε.
Έχω πολλά να πω, πολλά να διηγηθώ ακόμα. Ανέκαθεν έλεγα στην εγγονή μου, αν κάτσω να στα πω όλα όσα έζησα, θα γράψεις βιβλίο. Έτσι είναι. Εγώ δεν έμαθα να γράφω κι όσοι δεν ξέρουμε, σκεφτόμαστε μήπως βρεθεί κάποτε να διηγηθεί ή να γράψει κάποιος για εμάς. Όχι για να μιλήσει για ένδοξες ημέρες και περιπέτειες, απλά για να κρατήσει ένα κομμάτι μας και να βοηθήσει κι εμάς να μην ξεχάσουμε.
Χτες έβρεχε όλη μέρα, σήμερα όμως έχει καλοσύνη. Τους περιμένω, όπου να ’ναι θα έρθουν να με δουν πάλι. Με φωνές, γελαστοί, κουβαλώντας διαφορετικές εποχές ο καθένας τους. Εποχές που είχα την τύχη να τις ζήσω όλες μαζί τους. Θα περάσει κι η καινούρια η νοσοκόμα, να μου φέρει το φάρμακο. Μακάρι να μπορούσα να μιλήσω. Θα της έλεγα να φωνάζει σωστά το όνομά μου. Όπως με φώναζαν όλοι εδώ που με ξέρουν. Θα της έλεγα «δεν με λένε Βάσω. Έχω το όνομα της γιαγιάς μου. Βασιλεία.»
Ευμορφία Παναγιωτοπούλου
Απλά υπέροχο!!!
Γρήγορη και νοσταλγική γραφή που σε ταξιδεύει σε παλιές εποχές….
Γρήγορη κ νοσταλγική γραφή που σε ταξιδεύει σε παλιές εποχές…
Καλή επιτυχία!!!
Μορφουλα δαγκωτό!
Εξαιρετικό!!!!!
Κατάθεση ψυχής ανάμνηση μέσα από αγάπη και σεβασμό Μπράβο
Ψηφίζω το διήγημα Βασιλεία
Η περιγραφική δεινότητα της author σε κανει να αντικρύζεις το διήγημα μέσα από τη δική της κρυστάλλινη οπτική.
Kudos!
Συγχαρητήρια….υπέροχο!!
Σε κάνει να ανυπομονείς για τη συνέχεια!
Παρακαλούμε πολύ η γλυκιά υπόσχεση της ιστορίας «Έχω πολλά να πω,πολλά να διηγηθώ ακόμα.» να γίνει πράξη.
Βασιλικότατη η «Βασιλεία» της κα. Παναγιωτοπούλου,θέτοντας μια δυνατή υποψηφιότητα!
Σε κάνει να εύχεσαι,να ησουν εκεί για να ακούς τις ιστορίες της και δεν μπορείς να κάνεις κάτι άλλο,παρά να παραδοθείς στις στάλες βροχής της «Βασιλείας» που δεν κυλούν πλέον σε κάποιο τζάμι,αλλά από τα μάτια σου.
Η μεγαλοπρέπεια που διαπρέπει την «Βασιλεία» της Ευμορφίας, είναι εφάμιλλη του ελληνικού πολιτισμού της Σμύρνης.
Δώσατε φωνή στη «Βασιλεία» σας με τον καλύτερο δυνατό τροπο!!!!Εξαιρετικο.
Σε συγκινεί.Η ψήφος μου στη «Βασιλεία»!!
Υπέροχο πραγματικά!
Καθηλωτική γραφή, γεμάτη εικόνες και συναισθήματα. Προσμονή για το πρώτο βιβλίο της ταλαντούχας συγγραφέως!!!
Τέλειο Αναμνήσεις που δεν μπορεί να της σβήσει ο χρόνος
Υπέροχο!! Λόγια καρδιάς..λόγια γεμάτα αναμνήσεις.
Υπέροχο!! Πόσο αληθινά όλα αυτά που διαβάζουμε, λόγια από καρδιάς. Καλή επιτυχία και εννοείται ότι περιμένω και συνέχεια.
Ό,τι καλύτερο έχω διαβάσει. Με συγκίνησες πολυ Μορφούλα. Μπράβο για το λόγο, τη γραφή σου και για το πόσο όμορφα μίλησες για εκείνη !
Υπεροχο!!
Πολύ ωραίο και συγκινητικό μπράβο!
Υπεροχο..πολυ συγκινητικο!!!
Καλογραμμένο, χωρίς περιττά «στολίδια» και υπερβολές. Ένας μονόλογος που «μιλά» σε όλους μας.
Υπέροχο!!!!!
Με άγγιξε πολύ!
Το πιο γλυκό Αντίο για ανθρώπους που αγαπήσαμε και άφησαν το στίγμα τους στις ζωές μας. Μπράβο!!!
Όμορφο και σαγηνευτικό
Κατάθεση ψυχής που σε αγγίζει!ΥπεροχοοοΕνα μεγάλο μπράβο από καρδιάς!
Νοσταλγική γραφή, ένα σύντομο πέρασμα στις εποχές μέσω των συνειρμών της ηρωίδας.
Συγχαρητήρια!Εξαιρετική γραφή!
Υπέροχο !!!
εξαιρετικό!
Σ΄ευχαριστούμε για το υπέροχό σου διήγημα. Μου θύμισες τη δική μου «Βασιλεία».
Καλή σου επιτυχία.
Mας ταξίδεψες..
Μας συγκίνησες….
Μοναδικό!!!
ΜΑΓΙΚΟ…ΚΑΛΗ ΣΟΥ ΕΠΙΤΥΧΙΑ!!!!!
Καλή επιτυχία στη «Βασιλεία» σου
Καλή επιτυχία να έχεις Ευμορφία.
Μου ξύπνησες παλιές αναμνήσεις…
Μου άρεσε παρα πολύ!! Με συγκίνησε!!
Ηταν ακριβως οπως την περιεγραψες.