Που εννοείται ότι δεν την βάφτισαν Μαρκέλα, αλλά Μαρία Αγγέλα, δεν ήταν σικ όμως και κάπου εκεί στον άνεμο του 1960 το έκανε Μαρκέλα, Marcela στ’ Αγγλικά, Γαλλικά, Ιταλικά, ίδιο ακουγόταν, ο τόνος έπαιζε, και τόσοι ναύτες μπες βγες, τους ήταν εύκολο.
Δεν κουράζεις τον άντρα, τον αλαφρώνεις.
Θα ’ταν δεκάξι, δεκαεφτά, την έδιωξε η μάνα της έγκυο, εκείνο το αποσπεράδι το αγοράκι ούτε ξέρουμε που βρίσκεται πια, η Μαρκέλα όμως ζει στην οδό Ομήρου 17, στο Πασαλιμάνι, κοντά εξήντα χρόνια τώρα.
Δεν της φάνηκε παράξενο όταν της είπαν «θα σε ταΐζουμε, θα σε ντύνουμε, θα σε κοιμίζουμε, αλλά θα χαρίζεις», ούτε μεμπτό ή αρτύσιμο, ό,τι της έδινε να ζήσει καλώς δεχούμενο. Στην αρχή πονούσε, καθώς διαπομπεύτηκε με τρόπους που δε γνώριζε ή καταλάβαινε, μετά όμως συνήθισε, κι αγνοούσε το αίμα ή τους μώλωπες ή τις εκχυμώσεις, δεν μύριζε πια τους ιδρώτες και τα γλυκόξινα ζουμιά των αγνώστων στο μαξιλάρι της, μόνο αναγνώριζε τα κρίματα και τους λυγμούς των ψυχών που ξεδιπλώνονταν ανάμεσα στα μπούτια της, μπούτια λευκά, αφράτα, ψωμένια, κάτασπρα.
Αγαπήθηκε η Μαρκέλα, από πολλούς. Γιατί ένιωθε. Κι η κατανόηση γίνηκε γνώση κι η γνώση χαρίστηκε απλόχερα σ’ όλα τα ξεκουμπωμένα παντελόνια που πέρασαν απ’ το κρεβάτι της, μ’ εκείνο με το μισοσαπισμένο στρώμα, του ’χωνε πορτοκαλόφλουδες και γαρύφαλλο στις τρύπες να μοσχομυρίζει και σκισμένη εφημερίδα να φτιάχνει το ίσιωμά του, αλλά, ναι, η πλάτη του άντρα να ’ναι, ίσια, σανιδωμένη, να ξεκουράζεται.
Πολλοί μιλήσανε για τα καλά της, κι από στόμα σε στόμα, την έμαθε ο Πειραιάς. Άγγιζε τον άντρα, τον χάιδευε στο μεσόφρυδο, να νυστάξει, να ξαλαφρώσει, να εκτονωθεί. Δεν τον φιλούσε, αλλά ακουμπούσε τα χείλη της μισό εκατοστό απ’ το δέρμα να νιώθει την ανάσα της. Κι ο άντρας ζούσε την προσοχή, την αφοσίωση, την παράδοση και την υποταγή. Δε φορούσε κραγιόν μη μείνουνε σημάδια στα δρομάκια της σπονδυλικής του στήλης, ούτε άρωμα, μην τον φέρει σε δύσκολη θέση. Κι όταν ο άντρας στέγνωνε, όταν δεν είχε πια να δώσει, τον έπλενε με σαπούνι πράσινο Αρκαδίας, πέντε δραχμές η πλάκα, δεν ήταν στους κανονισμούς, εκείνη όμως το ’θελε. Της άρεσε να μοσχομυρίζουν τα εκατοστά σκληρού δέρματος που λίγο πριν τρίβονταν στα στήθια της.
Δύο νυχτικά είχε, ένα το καλό που παρουσιαζόταν στον κόσμο, λευκό, δαντέλα στο ύψος της μέσης, λίγο κάτω απ το γόνατο με ρόμπα συνοδευτική, απαραίτητο για κείνα τα χρόνια. Λευκή κορδέλα στα μαλλιά, μακριά μαύρα μαλλιά, άσπρο πρόσωπο και καταπράσινα σμαραγδί μάτια. Τσιγγάνικο αίμα, απείθαρχο, ονειρώδες, βλέμμα κοφτερό και υγρό.
Το άλλο νυχτικό μωβ, δεν άφηνε τον άντρα να διαλέγει, αποφάσιζε εκείνη, νομίζοντας πως ελέγχει ζωή και ψυχή και συναίσθημα, ή αίσθημα ή οτιδήποτε φώλιαζε στην καρδιά της, και με την έννοια του «πάνω χέρι», βάλε και λίγο απ’ το απωθημένο της μητέρας, έγινε το πρώτο όνομα στον Πειραιά.
Πέντε χιλιάρικα το βράδυ όταν άλλες με τη βία έπιαναν το χιλιάρικο. Με τα λεφτά της αγόραζε καρέλια χύμα απ’ τα καράβια, κι είχε να προσφέρει στον άντρα, μετά την πράξη.
Τον άντρα τον προσέχεις, δεν τον αγνοείς.
Αν και, με τα χρόνια, πεθύμησε να χει κάτι δικό της, έναν άντρα κατάδικό της, να του πει μια κουβέντα, βρε αδερφέ. Να βλέπουν μαζί την πινακίδα «Ουζερί ο Τάκης» απ’ το παράθυρό της και να παθαίνουν μαζί τις επιληπτικές κρίσεις απ’ το αναβόσμημά της, μια κόκκινο, μια πράσινο, τρελάθηκαν τα μάτια της. Αλλά το συνήθισε κι αυτό. Ε, λιγούρεψε κι ένα χάδι απλήρωτο.
Με τα χρόνια σταμάτησαν οι πόνοι εκεί πίσω, χαλάρωσαν τ’ ανοίγματα, η αλήθεια είναι πως με τα βίας συγκρατούνταν τ’ άσχημα περιεχόμενα, εντάξει, αλλά η δουλειά δεν είναι ντροπή. Έσφιγγε λίγο τη λεκάνη και τους χαμηλούς μυς και είχε μάθει να ελέγχει τις εκκρίσεις και τα περιττά απόβλητα, κιτρίνισαν τα δόντια, και μια άφτρα στο στόμα που δε λέει να φύγει, και φυσικά η Μαρκέλα στο γιατρό δεν θα πάει, τι ξέρουν αυτοί…
Δεν ήξερε άλλη ζωή η Μαρκέλα, μόνο αυτή που της δόθηκε, τη συμπάθησε, την αγάπησε, και προσπάθησε να την κάνει όσο πιο καλά μπορούσε, όσο πιο ιδεατά, πιο όμορφα.
Της άρεσε να χορεύει. Ντρεπόταν μπροστά στον άντρα, αλλά μόλις έφευγε, ειδικά όταν έβλεπε το χαμόγελο στο πρόσωπό του, έτρωγε ένα σοκολατάκι κέρασμα, απ’ τα απαγορευμένα, εκείνα που ’χαν στο πιατάκι του σαλονιού, ευχαριστημένη που εκπλήρωσε το καθήκον της, απέναντι στην κάθε Γεωργία, Μαρία, Κατερίνα, Ελένη, Γαρυφαλλιά, ήξερε, πως ο άντρας γυρνώντας σπίτι θα την έπιανε απ’ τη μέση, θα της σήκωνε την ποδιά, εκείνη τη στιγμή που τηγάνιζε πατάτες, λίγο πριν φτιάξει τη χωριάτικη, η Μαρκέλα ήξερε, πως το βράδυ του άντρα θα ’ταν αλλιώς. Κι ήταν ευχαριστημένη, που έβαζε ένα λιθαράκι στη συζυγική ισορροπία.
Τη ζάλιζε η ταμπέλα του Τάκη. Αυτό όριζε ως μοναξιά η Μαρκέλα. Την αποπροσανοτόλιζε η εναλλαγή χρωμάτων, αντανακλούσε στον τοίχο πίσω της, αν δεν τραβούσε την μπεζ κουρτίνα, κουρτίνα απ’ την λαϊκή, σημειωτέον, την είχε αγοράσει με τα λεφτά της, το δωμάτιο δεν είχε κουρτίνα, μόνο παντζούρια, αλλά η Μαρκέλα δεν τ’ άντεχε, ήθελε κάτι όμορφο να δώσει.
Τον άντρα τον χαϊδεύεις στα μάτια. Δεν του δίνεις τα γκρίζα.
Η άφτρα δεν έγιανε, ούτε με διαλύματα σόδας και ξυδιού, ούτε με πλύσεις οινοπνεύματος, ό,τι της είπαν τζίφος, εκεί, παρέμενε να τσούζει, αποτέλεσμα, να δυσκολεύεται να δεχθεί τα πονεμένα υγρά του άντρα, αλλά δεν την ένοιαζε, γιατί έβλεπε τη χαρά του, και χαιρόταν μ’ αυτήν, λυπόταν με τη λύπη του, και το ένα λεπτό που της χρειαζόταν, μάξιμουμ, με τα μέσα έξω, να γευτεί την εκτόνωσή του, μέσα έξω, πάνω κάτω και τούμπαλιν, δε βαριέσαι, διάλυμα ιωδίου σε ζεστό νερό, κι ίσα που μπορούσε να κοιμηθεί το βράδυ απ’ το τσούξιμο, ήξερε όμως ότι είχε στρατιά ευχαριστημένων.
Στον άντρα δε δείχνεις όταν πονάς. Τον δωροδοκείς.
Ώσπου ήρθε ο Στέλιος.
Τη ζήτησε στη ρεσεψιόν, με τ’ όνομά της, χωρίς περιστροφές, και μ’ ένα πορτοφόλι ξέχειλο. Κατέβηκε απορημένη η Μαρκέλα, τρέχοντας σχεδόν, πρώτη φορά που δεν την είδαν, τη διάλεξαν στα τυφλά, αλλά έπρεπε να παρελάσει με το λευκό το καλό το νυχτικό.
Την πήρε αγκαλιά, έσκασαν οι άλλες στο σαλόνι, λύσσαξαν να σχολιάσουν την ασχήμια του, το τετράγωνο καραφλό κεφάλι, την κοιλιά που σερνόταν εκτός ζώνης και τα φθαρμένα παπούτσια.
«Έλα να χορέψουμε», της είπε.
«Φτου, ρε γαμώτο», σκέφτηκε, δεν είπε, μόνο σκέφτηκε η Μαρκέλα, εντάξει να χορέψω μαζί του, αλλά μπορεί να δει τον κίτρινο λεκέ απ’ τα ρίγματα του προηγούμενου στο νυχτικό, σκατά, δεν φαντάστηκα να το πλύνω, γαμώτο, χίλια γαμώτο.
Και χόρεψαν. Και την πήγε χορεύοντας στο παράθυρο, τράβηξε την κουρτίνα, και της έδειξε την ταμπέλα του Τάκη.
«Βλέπεις;; Αυτό με ζαλίζει κάθε βράδυ…» Άφωνη η Μαρκέλα, και δεν κατάλαβε καν πώς υποδέχτηκε τον Στέλιο μέσα της, μαζί με όλη του την οικογένεια, τα παιδιά του, το σόι του, όλοι μια τεράστια αγκαλιά ανάμεσα στα λαγόνια της, στην άφτρα της και στα ορθωμένα της στήθια.
Τον άντρα τον υποδέχεσαι ταπεινά, δεν τον ακυρώνεις.
Τον έπλυνε στοργικά, νερό δεν είχε ο θερμοσίφωνας, ποτέ δεν είχε, αλλά εκείνη είχε προνοήσει, για τον άντρα που την εφάρμοσε τόσο στοργικά κι απόλυτα και μοναδικά, μια λεκάνη ζεστό νερό με πράσινο σαπούνι.
Ο Στέλιος έγινε σταθερή και πάγια αξία κάθε δέκα μέρες, πάντα με το παραπάνω χαρτζηλίκι, η Μαρκέλα με τα δωράκια της, πότε ένα αποσμητικό, πότε τσιγάρα σε σακουλάκι, πότε κάστανα στ’ αλουμινόχαρτο να πάει στα παιδιά, πότε μια εξάδα μπύρες.
Τον άντρα τον λατρεύεις. Δεν τον συζητάς.
Κι έτσι πέρασαν στ’ αλήθεια, χρόνια πολλά.
Το στήθος της Μαρκέλας κρέμασε, έφτασε στον αφαλό. Το μάζευε με γάζες αυτοκόλλητες που γύρναγε γύρω γύρω στον θώρακα, μόνο σ’ αυτούς που δεν θέλανε να γδυθεί.
Όταν όμως ερχόταν ο Στέλιος, τότε, γυμνή. Δεν την ένοιαζε, ούτε τον Στέλιο. Δεν έβλεπε τις ραγάδες, τις ρυτίδες, τα κρεμασμένα κρέατα, τίποτα. Ήθελε μόνο να χορεύουνε. Και μετά έτσι αγκαλιασμένοι, έπεφταν σ’ εκείνο το στρώμα, το παραγεμισμένο με χαρτί υγείας, αλλά τίποτα δεν τους ενοχλούσε, κι η ταμπέλα του Τάκη αναβόσβηνε ρυθμικά με τα μέσα έξω, πάνω κάτω τους.
Κι οι στιγμές γίνηκαν ζωή, και το λευκό νυχτικό μουλιαζόταν κάθε βράδυ στη χλωρίνη να μοσχοβολήσει, κι αντί τα απλά σοκολατάκια στο σαλόνι είχαν αμυγδάλου και τσέρυ, την έπαιρνε πια να απαιτήσει, τόσα χρόνια πια, πάλιωσε, άει στο καλό, είχε δικαίωμα.
Και γιορτή κάθε τόσο, όποτε ανέβαινε ο Στέλιος, και τα κορίτσια κάτω μακάριζαν, «Αχ, Χριστέ μου, να μ’ αγαπούσε κι εμένα κάποιος», όμως ο Στέλιος ουδέποτε μίλησε για Αγάπη, αντίθετα, την έπιανε απ’ τη μέση και χορεύαν μέχρι τελικής πτώσεως, έπεφταν άγαρμπα στους τοίχους, στο κουζινάκι, ακόμη κρέμεται ξεχαρβαλωμένη η πιατοθήκη για το στέγνωμα, καθώς και το κάτω αριστερά πλακάκι, εκεί σκουντούφλησαν κι οι δύο αγκαλιά, στη στροφή του Καζαντζίδη, στο Αγριολούλουδο.
Τον άντρα τον αγκαλιάζεις και τον υπομένεις.
Κι όλα τα λεφτά της, τόσα χρόνια ξακουστή γυναίκα στην πιάτσα, τα έκανε μασούρι, να τα χαρίσει, παιδιά σκυλιά δεν είχε και δεν προβλεπόταν ν’ αποκτήσει.
Κι αν ξεχώριζε τα κύτταρα που ’χαν χυθεί πάνω της, θα έβλεπε ανάμεσά τους χιλιάδες παιδιά, μωράκια, ανασούλες κοφτές και γκρινιάρικες. Δεν ήθελε η Μαρκέλα να κάνει κι άλλο λάθος, είχε εκείνο το αποσπεράδι να ονειρεύεται. Θα ’ταν τώρα σαράντα χρονών άντρας, παντρεμένος, επιτυχημένος. Σιγά μη νοιάστηκε τη μάνα την πόρνη. Την αδιάβατη. Την αγνώριμη. Την ανούσια.
Ο Στέλιος τής έφερε ένα γιασεμί. Την ένιωσε δικιά του πια, εκείνο το πράσινο σαπούνι τού στοίχειωσε τη ζωή, η όσφρηση είναι η πιο δυνατή απ’ όλες τις αισθήσεις.
Ο Στέλιος εξαφανίστηκε. Μετά από δέκα χρόνια σκληρής κι αδυσώπητης διείσδυσης. Εκείνος ήταν που έφτυνε ζεστό σάλιο να απολυμανθεί η ξεχειλωμένη σάρκα με τα ανοιχτά τα έλκη απ’ τις προσπάθειες.
Σφαγή. Οδυρμός. Λαίλαπα. Ξέσκισε τις κουρτίνες χορεύοντας με λύσσα. Αγνόησε τα δεκαπεντάχρονα που πλήρωναν όσο κι όσο για την έμπειρη Μαρκέλα. Είχαν ακούσει, είχαν λαχταρήσει.
Πίστεψε η ανάξια, η λίγη, η μισή, πως ο Στέλιος την είχε αγαπήσει.
Η ανόητη.
Πίστεψε πως τα αγκομαχητά, αυτά που εκφυλίζονταν στον ακουστικό πόρο, με ηχώ, αντίλαλο, πίστεψε πως τα ιδρωμένα χάδια στην κοιλιά της και στο πίσω μέρος της μέσης, εκεί που δένουν τα χέρια όσων αγαπάνε, όσων τρελαίνονται, τα λυπημένα κι αγνοούμενα χάδια, σιωπηλά, χωρίς ήχο και βουητό, θα τα γλύκαινε μ’ ένα σοκολατάκι κι ένα σακουλάκι καρέλια κασετίνα.
Ανόητη Μαρκέλα. Τόσο λυπημένη.
Δε σκέφτηκες;
Δε φαντάστηκες;
Τον άντρα δεν τον δένεις. Φεύγει. Πάντα υπάρχει μια καλύτερη, εξυπνότερη, ικανότερη, θερμότερη, σοβαρότερη, πλουσιότερη, πιο μορφωμένη, πιο σικ, πιο ελκυστική.
Ανόητη Μαρκέλα. Τοσο πληγωμένη.
Χρόνια του ’δωσες, χρόνια σού πήρε.
Δεν της έδιναν και πολλή σημασία, να ’ταν τα σχισμένα φουστάνια, να ’ταν η ζώνη που ταν τριχιά δεμένη λίγο κάτω απ’ το στήθος -ξεχειλωμένο έως το γόνατο-, να ’ταν τα δάχτυλα τα κίτρινα απ’ τη νικοτίνη; Τρελή την ανέβαζαν. Εκείνη τους έγραφε κανονικά. Μάσαγε καπνό και τον έφτυνε μαζί με τα νύχια. Τους είχε χεσμένους όλους. Τρελή την κατέβαζαν. Σκοπός της να μαζέψει κανα δυο ευρώ σε κέρματα να πιει μια μπύρα. Τη δεύτερη της την κέρναγαν, κανόνας. Την τρίτη πια, την είχε διεκδικήσει χορεύοντας.
Γυρνούσε γύρω το κεφάλι σαν δαιμονισμένη, έτσι ένιωθε τις νότες, το στήθος πάνω κάτω χοροπηδούσε, και το τικ τακ τού πάνω κάτω έκρυβε το τικ τακ τού πιο μέσα οργάνου. Καρδιά λέγεται, ε; Τη γελάγανε όλοι, εκείνη γύρναγε το κεφάλι πιο γρήγορα, οι άλλοι γελάγανε δυνατότερα, εκείνη πιο γρήγορα. Ζαλιζόταν, αλλά δεν το ’δειχνε, κι αν την ρωτούσες «μα γιατί ρεζιλεύεσαι έτσι;» εκείνη έζωνε το σκοινί πιο σφιχτά να μαζεύει το στήθος κι απαντούσε: «Δε ρεζιλεύομαι. Πρόβα κάνω». Κι αν τολμούσες να ξαναρωτήσεις «Πρόβα, γιατί;» απαντούσε: «Κι αν έρθει πάλι; Κι αν με θυμηθεί τόσα χρόνια μετά; Να νομίζει πως γέρασα και ξέχασα να χορεύω;»
Κωνσταντίνα Καψούρη
Εξαιρετικό κείμενο. Με συγκίνησε…
Εξαιρετικό κείμενο. Ο,τι και να γράψω θα αφαιρέσει από τη μαγεία του. Συγχαρητήρια.
Πραγματικά συγκλονιστικό. Συγχαρητήρια.
Δυνατό κείμενο!
Θαυμάσια σύλληψη. Μπράβο στη συγγραφέα.
Με συγκίνησε πολύ. Συγχαρητήρια!
Συγχαρητήρια! Δεν περίμενα τίποτα λιγότερο..
Ένα επίμονο τραγουδάκι στην αίσθηση και στην κάψα. Της οξυμένης πυράς μας. Κεντημένο με μαεστρία. Και εύχεσαι να σου τύχει…
Συγκινητική ιστορία, αρκετά. Καλή, τόσο η σκέψη, όσο και η απόδοση. Επειδή όμως, αναφέρεται στα 1960, θα προτιμούσα να μην έλλειπε τόσο το ιστορικό κομμάτι, που θα μπορούσε να γίνει μέσα απ’την προβολή κάποιου πιο έντονου στοιχείου της κοινωνίας του Πειραιά, το ’60. Όσον αφορά την σχέση της απόδοσης της ιστορίας με την ίδια την αντίληψη της συγγραφέως, εδώ δεν μπορώ να πω τίποτα, παρά μόνον ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΗ. Είναι συχνό σε ιστορίες, ακόμη και ο ίδιος ο συγγραφέας να μην μπορεί να εκφράσει -και κατά συνέπεια- ν’αποδώσει την σκέψη του στο κείμενο. Εδώ, είναι ολοφάνερο ότι τέτοιο πρόβλημα δεν υπάρχει. Αν καλούμουν να βάλω έναν… βαθμό, αυτός θα ήταν 9/10.
Συγχαρητήρια! Συνέχισε έτσι!
Απίθανο, μπράβο!
Υπέροχο διήγημα και συγκινητικό…
Βαθύ και αληθινό. Συγχαρητήρια!
Απλά υπέροχο…
Ένα πραγματικά κείμενο, αν η τέχνη μιμείται τη φύση τότε η συγγραφέας του πέτυχε τη τέλεια αναπαράσταση! Λέξεις-εικόνες, φράσεις -σκηνές , αλληλουχία υγρής πραγματικότητας και στεγνού ονείρου με έκαναν να νιώσω ότι πιθανόν να ήμουν ένας από όλους αυτούς και να μη ντρέπομαι που μια ιέρεια* προβληματοποίησε το σύγχρονο αφήγημα της ,μπράβο.
* Η συγγραφέας