14 Σεπτεμβρίου 1943- Ορεινή Πελοπόννησος
Ένα αδύναμο μπλε φως τρύπωσε από το παράθυρο ψηλά στον τοίχο. Ο Πετρής ανασηκώθηκε στο βρώμικο δάπεδο και στηρίχτηκε στους αγκώνες του. Από γύρω σφύριζαν οι βαριές ανάσες των άλλων ανδρών. «Μπορείς και κοιμάσαι;» ρώτησε έναν φίλο του χθες. «Κοιμάμαι για να σταματάω το νου μου», απάντησε εκείνος. Μέσα στο μισοσκόταδο διέκρινε τον κουμπάρο του, τον Μαθιό, να μουρμουρίζει μια προσευχή με πλεγμένες τις χούφτες στο στέρνο. Σε λίγες ώρες θα έκλειναν τρία μερόνυχτα σ’ αυτήν την λιθόκτιστη αποθήκη που πριν τον πόλεμο ήταν γεμάτη σιτηρά και ζωοτροφές, αλλά εδώ και παραπάνω από δύο χρόνια είχε ρημάξει από την αχρησία. Μόλις είχε γυρίσει απ’ το χωράφι, όταν τους μάζεψαν οι Γερμανοί στην πλατεία και τους χώρισαν ∙ οι άνδρες απ’ τη μια, τα γυναικόπαιδα απ’ την άλλη. Όλο το βράδυ σκεφτόταν ξανά και ξανά τη γυναίκα του που ήταν κλειδωμένη στην εκκλησία μαζί με τις άλλες γυναίκες και τα παιδιά, τον γάιδαρό του που θα ‘ταν διψασμένος και νηστικός, τα κούτσουρα που δεν πρόλαβε να κόψει, τον κούφιο τενεκέ του λαδιού, το μισό σακί με τα φασόλια, τον ασβέστη και τη βούρτσα στο πεζούλι της αυλής. Κάθε τόσο μια φωνή αντιλαλούσε στα αυτιά του: «Είσαι καλός άνθρωπος Πετρή;». «Είμαι, και βέβαια είμαι! Μυρμήγκι δεν πείραξα!» αποκρινόταν σιωπηλά και ξεφυσούσε.
Καμιά πενηνταριά μέτρα παρακάτω, στο σχολείο του χωριού, ο λοχαγός Βάλτερς τεντώθηκε στην καρέκλα και κατέβασε τα πόδια του από το έδρανο που τα είχε απλωμένα. Ξεστόμισε μια βρισιά, φόρεσε τις μπότες του και σηκώθηκε. Έπειτα έτριψε τη μέση του μ’ ένα βογκητό και άναψε τσιγάρο. Μπορούσε να πάει να κοιμηθεί σε όποιο σπίτι ήθελε, αλλά φοβόταν μήπως ξεπεταχτεί από καμιά καταπακτή κανένας χωρικός και τον σφάξει σαν κοτόπουλο. Για καλό και για κακό, προτίμησε τον άβολο ύπνο στην καρέκλα της αδειανής τάξης, με τέσσερις σκοπούς απέξω να τον φυλάνε. Πλέον δεν είχε και ιδιαίτερη σημασία, η διορία έληξε, οι κάτοικοι δεν είχαν ιδέα πού βρίσκονταν οι αντάρτες που επιτέθηκαν στην μονάδα του. Βιαζόταν να ξεμπερδέψει∙ ήθελε να εκτελέσει στα γρήγορα τους άνδρες, να βάλει φωτιά στον οικισμό και να πάρει δρόμο. Κάτω στην πόλη, στο στρατόπεδο, θα έπινε ζεστό καφέ και θα έτρωγε ένα κρουασάν με σοκολάτα. Κούμπωσε το πουκάμισο με τον ασημένιο αετό στο πέτο, έσφιξε τη ζώνη του και φόρεσε το καπέλο με τη σβάστικα. Κατόπιν πήρε το επίσημο ύφος του και φώναξε τον λοχία για να του δώσει οδηγίες.
Λίγα λεπτά αργότερα, η ξύλινη πόρτα της αποθήκης άνοιξε με βία. Όλοι πετάχτηκαν πάνω. Μέσα στη ρόδινη αυγή διαγράφηκε μια φιγούρα με κράνος. «Raus!». Οι άνδρες βούτηξαν άρον άρον στη δροσερή και διαυγή ατμόσφαιρα. Κάποιοι αναστέναζαν, κάποιοι ρωτούσαν τον διπλανό τους: «πού μας πάνε;». Ο Μαθιός κόλλησε πάνω στον Πετρή. «Λες να μας αφήσουν;» ψιθύρισε με χροιά που έτρεμε. Ο Πετρής τον αγνόησε. Οι αισθήσεις του είχαν οξυνθεί απότομα∙ μύριζε τον αέρα, έβλεπε μακρύτερα, αφουγκραζόταν τα έντομα στις τρύπες.
Στην αλάνα ήταν παρκαρισμένα τα φορτηγά των Γερμανών. Επικρατούσε αναβρασμός. Οι στρατιώτες έσκουζαν και τους έσπρωχναν, τους ωθούσαν να στηθούν ο ένας πλάι στον άλλο. Αφού τους έβαλαν σε μια γραμμή, συγκεντρώθηκαν αντίκρυ τους με τα όπλα στα χέρια. «Ώχου!» σπάραξε ο Μαθιός. Ένας κοντός με παχύ μουστάκι ψέλλισε τα πρώτα λόγια από το «πάτερ ημών». Ο Πετρής ατένισε το σχολείο. Ο λοχαγός δεν βγήκε, υπάρχει χρόνος, συλλογίστηκε. Λίγο ακόμα. Μερικές οσμές, ορισμένες σκόρπιες αναμνήσεις, κάποια σποραδικά θραύσματα ευτυχίας, η τάβλα στο κρεβάτι που ήθελε κάρφωμα, οι κάλτσες που ξέχασε να δώσει στην γυναίκα του να τις ράψει, το παιδί που δεν ήρθε. Απ’ τις βουνοκορφές στο βάθος εκτοξεύτηκε μια χρυσή ακτίνα και τον τύφλωσε. Σφράγισε τα βλέφαρά του και απόλαυσε τη θερμότητα που τον χάιδευε στο πρόσωπο.
Την ίδια στιγμή ο λοχαγός Βάλτερς μιλούσε στον ασύρματο με ασύσπαστη έκφραση. «Jawohl herr kommandant!». Κρέμασε τα ακουστικά αγανακτισμένος και μούγκρισε μέσα απ’ τα δόντια του. Δεν μπορούσε να κάνει τίποτα, η διαταγή ήταν σαφής: «…το ταχύτερο δυνατό…».
Ήχησαν άγρια παραγγέλματα και άτσαλα πατήματα από αρβύλες. Ο Πετρής μισάνοιξε τα μάτια του. Οι στρατιώτες έτρεχαν και πηδούσαν αλαφιασμένοι στα οχήματα. Στράφηκε δεξιά αριστερά. Οι συγχωριανοί του κοιτούσαν κι αυτοί πέρα δώθε σαστισμένοι. Μετά από λίγο ξεκίνησε η μηχανοκίνητη πομπή. Οι Γερμανοί φαντάροι τραμπαλίζονταν στις καρότσες ρίχνοντας πίσω τους βλοσυρά βλέμματα. Μέσα σε τρία λεπτά το μόνο που είχε απομείνει απ’ αυτούς ήταν ένα μονότονο γουργουρητό που σιγά σιγά έσβηνε.
-Τον είδες, έτσι δεν είναι; Είπε ο Μαθιός με αλλοπαρμένη φάτσα.
-Ποιόν; Απόρησε ο Πετρής.
-Τον Σταυρό. Γιορτάζει σήμερα, δεν άφησε να γίνει φονικό.
Ο Πετρής έξυσε το κεφάλι του. Ο Μαθιός συνέχισε:
-Τινάχτηκε απ’ τη ράχη των βουνών. Ήταν πελώριος και φωτεινός.
-Οι ναζήδες στραβώθηκαν και έπεσαν χάμω, πρόσθεσε ένας άλλος.
-Και μετά έφυγαν σαν τα ποντίκια! Συμπλήρωσε ένας τρίτος.
-Σαν τα ποντίκια!
-Σαν τα ποντίκια!
Η τελευταία φράση πολλαπλασιάστηκε αυτόματα.
-Λοιπόν Πετρή, τον είδες κι εσύ; Ξανάπε ο Μαθιός.
Ο Πετρής κόμπιασε για δυο δευτερόλεπτα κι έπειτα είπε με σιγουριά:
-Τον είδα, πώς δεν τον είδα! Ήταν πιο λαμπερός απ’ τον ήλιο και πιο μεγάλος απ’ όλα τα βουνά μαζί.
Αμέσως άρχισαν όλοι να σταυροκοπιούνται, να αγκαλιάζονται και να φιλιούνται.
Βαγγέλης Κατσούπης