Ένα γυάλινο διαχωριστικό, σταθερό, που δεν άνοιγε σαν πόρτα, χώριζε τις δυο βεράντες, μα και τις ζωές θαρρείς, των ανθρώπων που έμεναν στα δύο εκείνα διαμερίσματα. Σκέψου, ούτε καν ένας τοίχος μονότουβλος. Πες το και ιδιοτροπία ή απωθημένο του Αρχιτέκτονα ή του Πολιτικού μηχανικού που σχεδίασε και κατασκεύασε την πολυκατοικία.
Ένα γυάλινο διαχωριστικό, ύψους περίπου 1.80.
Είχαν να πουν «καλημέρα» η μία οικογένεια στην άλλη, από το βαθύ του χρόνου χαμένο σε ένα νεφελώδες απώτερο ΧΘΕΣ.
Ο Αντρέας, εκείνο το καλοκαιρινό ξημέρωμα βγήκε στη βεράντα του να απολαύσει μαζί με τον καφέ και το πρώτο του τσιγάρο μια μαγευτική ανατολή ηλίου και μια μαγευτική Φύση που είχε κιόλας ξυπνήσει. Ένα δροσερό αεράκι προδιέθετε καθησυχαστικά ότι η μέρα δεν θα ήταν καυτή και ανυπόφορη.
Με την κούπα στο χέρι, χάζευε ένα ζευγάρι σίγουρα ερωτευμένων πουλιών που τιτίβιζαν ποιος ξέρει τι, ερωτόλογα, πάνω στα κλαδιά μιας πελώριας ελιάς, που είχε αυθαίρετα φυτρώσει στην είσοδο της πολυκατοικίας και αποτελούσε τον μόνιμο εφιάλτη του θυρωρού με τις κατάμαυρες ελιές της που βάραιναν τα κλαδιά της και έπεφταν στο πεζοδρόμιο λεκιάζοντάς το. Μαγεία, η μόνη ταιριαστή λέξη.
Και ξαφνικά ο Αντρέας παγώνει.
«Έλα, Θεέ μου, τι είναι αυτό;» αναρωτιέται και λίγο ακόμη να του φύγει η κούπα από τα χέρια. Στο μαρμάρινο δάπεδο της διπλανής βεράντας σε πλήρη αντίθεση με το κάτασπρο μάρμαρο Διονύσου που άστραφτε και από καθαριότητα, ένας κατακόκκινος λεκές που ναι μεν είχε πήξει αλλά που γυάλιζε από μια φρέσκια υγρασία. Που σημαίνει ότι ό,τι και να ήταν αυτό το υγρό, δεδομένης και μιας θερμοκρασίας 30ο κελσίου εκείνην την ώρα, θα πρέπει να έγινε δευτερόλεπτα προτού ο Αντρέας βγει έξω στο μπαλκόνι του. Αν δεν ήταν ο λεκές από αίμα, τότε τι στην ευχή ήταν; Έστυβε ντομάτες ο κυρ Παντελής και τις άφηνε κατάχαμα για διακόσμηση, ενώ ήταν γνωστό πόσο σπαστικός ήταν με την καθαριότητα;
Κοιτάζει πάνω από το διαχωριστικό μήπως και διακρίνει κόκκινες σταλαγματιές γύρω και πέρα από το περίγραμμα του λεκέ, αλλά είπαμε το μπαλκόνι άστραφτε από καθαριότητα και μαρμάρινη λάμψη.
Με μία παρόρμηση που είχε χρόνια να την νιώσει για τον μισητό του γείτονα του ήρθε να φωνάξει «Παντελή, είσαι καλά;» μα το ερώτημα πέτρωσε στην άκρη των χειλιών του όταν του φάνηκε πως άκουσε ένα αχνό βογγητό. Αμήχανος στάθηκε με το βλέμμα πότε στον λεκέ, πότε στη πόρτα της βεράντας, κρατώντας την ανάσα του μη και ακούσει πάλι εκείνο το βογγητό, που μέσα από την καρδιά του ευχήθηκε να μην ήταν του Παντελή, που κάποτε υπήρξε κολλητός του φίλος. Μα δεν άκουσε τίποτα.
Δεν ήξερε τι έπρεπε να κάνει, χίλιες δυο σκέψεις τριβέλιζαν το μυαλό του με επικρατέστερη εκείνη του να ήταν ο λεκές όντως αιμάτινος, και ο Παντελής να είχε κάνει μια ξαφνική αιμόπτυση μη προλαβαίνοντας να πάρει ένα κάποιο δοχείο.
Μια άλλη ακραία βέβαια σκέψη ήταν να τον είχαν μαχαιρώσει και πριν ο τόπος έξω θυμίσει σφαγείο και μαρτυρήσει το έγκλημα, να τον είχαν μεταφέρει εντός, και οι εγκληματίες να προλάβουν να απομακρυνθούν.
Λίγα τέτοια ακούμε να γίνονται κάθε ημέρα;
Ναι, αλλά με τις σκέψεις βοήθεια δεν προσφέρεις. Οπότε βάζοντας κατά μέρος εγωισμούς και περηφάνιες, ο Αντρέας, φωνάζει: «Παντελή, είμαι ο Αντρέας από δίπλα, είσαι καλά;» Και έμεινε να περιμένει μιαν απόκριση. Μα βλέποντας ότι απόκριση δεν ερχόταν, αποφάσισε να καλέσει πρώτα το 166 και στη συνέχεια την αστυνομία. Μακάρι να μην συνέβαινε τίποτα κακό, αλλά όπως και να έχει στην περίπτωση που είχε ο Παντελής ανάγκη, δεν μπορούσε να το ρισκάρει και να τον αφήσει αβοήθητο…
Έρχεται το 166, καπάκι και η Άμεσος Δράση. Όταν και στην έκκληση της αστυνομίας απάντηση δεν ερχόταν, ένας αστυφύλακας σκαρφαλώνει με έναν πήδο από το διαχωριστικό και περνάει στο σπίτι του γείτονα.
«Αρχηγέ, ανοίγω την εξώπορτα να μπείτε. Ο άνθρωπος βρίσκεται αναίσθητος καταγής και λίγο σφυγμό σαν να πιάνω».
Χωρίς να περιμένουν άδεια του Εισαγγελέα, μπαίνουν όλοι στο σπίτι. Οι των πρώτων βοηθειών του βάζουν μια μάσκα οξυγόνου και ό, τι άλλο νόμιζαν σωστό και με προσοχή τον σηκώνουν τον βάζουν σε ένα φορείο και φεύγουν σφαίρα για το Νοσοκομείο με την σειρήνα να σκίζει εφιαλτικά την ησυχία του Καλοκαιριάτικου πρωινού που από μαγευτικό, εξελίχτηκε σε εφιαλτικό, κάνοντας και τους γείτονες να πεταχτούν από τα κρεβάτια τους κατατρομαγμένοι.
Ο Αντρέας, φρόντισε να κλείσει τις μπαλκονόπορτες, να κλειδώσει το σπίτι και να δώσει τα κλειδιά στο επικεφαλής του 100.
Τι σού είναι κι’ ο άνθρωπος! Μόλις χθες τον έβλεπε να παίζει τάβλι με τον μεγάλο του εγγονό και τώρα παίζει την παρτίδα της ζωής του με τον Χάροντα αντίπαλο, που ως γνωστόν είναι ανίκητος. Μακάρι ο Παντελής να τον βρει σε κέφια και να του επιτρέψει να επιζήσει.
«Τι ηλίθιοι που είμαστε τελικά οι άνθρωποι», μονολόγησε. «Πόσες φορές δεν ένιωσα την παρόρμηση να πω έστω μια καλημέρα που να την εννοώ όμως, στον Παντελή, τον άλλοτε φίλο μου, μα το ανέβαλα όλο για αργότερα, αργότερα, θαρρείς και ο Χρόνος είναι δικός μας …Σήμερα είσαι παρών και αύριο κιόλας λάμπεις διά της απουσίας σου. Θα πάω στο Νοσοκομείο και ίσως προλάβω να του πω δυο λόγια».
Και πήγε. Και ο Παντελής στην εντατική ναι μεν διασωληνωμένος και βαριά, αλλά εκτός κινδύνου.
Και όταν αποσωληνώθηκε και επικοινωνούσε με το περιβάλλον, ο Αντρέας τον επισκέφτηκε στο θάλαμό του να του ευχηθεί «σιδερένιος».
«Ευχαριστώ, Αντρέα, και συγγνώμη για όλες τις ηλιθιότητες που έχω κάνει. Απ’ ό, τι μού είπαν οι γιατροί, το αν είμαι ζωντανός το οφείλω σε εκείνον που κάλεσε έγκαιρα για βοήθεια. Και ο Εκείνος ΕΙΣΑΙ ΕΣΥ, ΚΑΙ ΔΕΝ ΘΑ ΜΕ ΦΤΑΝΕΙ ΜΙΑ ΖΩΗ ΝΑ ΣΟΥ ΛΕΩ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ.
Εντάξει, Παντελή. Μη και αν ήμουνα εγώ στην δική σου θέση, δεν θα έκανες το ίδιο; Δεν έχεις ακούσει που λένε «ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΝΑ ΈΧΕΙΣ ΚΑΛΟ ΓΕΙΤΟΝΑ, ΠΑΡΑ ΚΑΛΟ ΣΥΓΓΕΝΗ;»
Λένα Μαρουδή Μούλιου