Ο μικρόσωμος Έκτορας ανασηκώθηκε στις μύτες των παπουτσιών του για να φτάσει τον περιπτερά. Έβαλε το διπλωμένο εις τριπλούν «Βήμα» στη μασχάλη του κι άρχισε v’ ανηφορίζει, τρέχοντας, σχεδόν, για το σπίτι.
Κάτι είχε πάρει τελευταία το αυτί του, για τη δολοφονία ενός βουλευτή στη Θεσσαλονίκη. Το ραδιόφωνο της κυρα-Ζηνοβίας, της γειτόνισσας, μοναδικός ντελάλης στη γειτονιά εδώ και κάμποσα χρόνια, σχολίαζε καθημερινά το γεγονός στις ειδήσεις.
Το παιδί διέκρινε την υποκρύπτουσα ανησυχία των μεγαλυτέρων, εκφρασμένη με ποικίλους τρόπους, στα μισόλογα των συζητήσεων και στα ομιχλώδη βλέμματα, τα διαβρωμένα απ’ το σαράκι του νέφους που κάλυπτε μόνιμα τα μάτια τους, αλλά ήταν σε θέση να διαισθανθεί και τις αμυδρές προσδοκίες τους, εκλάμψεις ελπίδας σ’ έναν ωκεανό ανασφάλειας.
Παρέδωσε την εφημερίδα στον πατέρα του κι αμολήθηκε στη γειτονιά μαζί με τους άλλους γαβριάδες.
Άδειασαν όλες τις αλάνες από πεταμένες καρέκλες, από ξερόκλαδα και βάτα, από σπασμένες τάβλες οικοδομών. Ο σωρός που συγκεντρώθηκε έμοιαζε με βουνό.
Όσο μεγαλύτερη ήταν η φωτιά και η διάρκειά της, τόσο πιο ευτυχισμένος θα ένιωθε ο Έκτορας. Λες και περνούσε ανέγγιχτος ανάμεσ’ απ’ «τα μπράτσα του Πολύφημου» όταν πηδούσε μες στις φλόγες που ανυψώνονταν μέχρι τον ουρανό, έτοιμες να τον κατασπαράξουν. Ήταν και το κοριτσομάνι που βαθμολογούσε με τα αντίστοιχα χάχανα κάθε προσπάθεια.
Πέρασε και ξαναπέρασε ο Έκτορας πάνω απ’ τη φωτιά, έριξε κλεφτές ματιές για να μετρήσει τις αντιδράσεις της Αφροδίτης, καψαλίστηκαν τα βλέφαρά του, πήραν να μαυρίζουν τα ρούχα του απ’ τις στάχτες και το κάρβουνο, ώσπου νύχτωσε για τα καλά.
T’ Αγιαννιού του Ριγανά ήταν πάντοτε ξεχωριστή γιορτή!
Γιορτή κομμένη και ραμμένη στα μέτρα των γυναικών, με απαγορευμένη οποιαδήποτε αντρική παρουσία στην αγρύπνια που ακολουθούσε, μέχρι το φεγγάρι να ολοκληρώσει την τροχιά του και να χαθεί πίσω απ’ το σταθμό του τρένου, παίρνοντας μαζί του προς τη Δύση, γυναικεία όνειρα και φαντασιώσεις.
Τέτοια εποχή, τις νύχτες o αττικός ουρανός, το ’χε συνήθειο δεκάδες χρόνια — λουζόταν απ’ το κιτρινωπό φως των αστεριών, οι ιριδίζουσες ακτίνες τους ανακλώνταν πάνω στ’ ασβεστωμένα, κάτασπρα σπιτάκια της γειτονιάς και διαχέονταν άπλετα προς όλες τις κατευθύνσεις, σε μόνιμη σύνθεση, αρμονική με το φεγγοβόλημα της φωτιάς στη μέση του δρόμου και με τ’ ασημένιο φεγγάρι, που είχε έγκαιρα κάνει την εμφάνισή του πάνω απ’ τα Τουρκοβούνια. Απ’ το ραδιόφωνο της κυρα-Ζηνοβίας ανάβλυζε ταυτόχρονα ο καημός του Καζαντζίδη κι έπαιρνε τους δρόμους και τις αλάνες, για να συναντήσει άλλους καημούς, εκκολαπτόμενους σε αντρικά και γυναικεία στήθη, έτοιμους να ξεπεταχτούν και v’ αναζητήσουν εφήμερη γαλήνη στις αυλές με τα χαμόσπιτα.
O καθιερωμένος κλήδονας, που άρχιζε κατά τα μεσάνυχτα, “έβγαζε” απίθανους συνδυασμούς, άλλοτε κωμικούς, άλλοτε με την ερωτική εκείνη αύρα που έκανε τα κορίτσια να λιώνουν κι άλλοτε οδυνηρούς, έως και τραγικούς, που έκαναν τις γυναίκες να αναλύονται σε λυγμούς, ενώ οι αποκοτιές και τα χοντροκομμένα αστεία προκαλούσαν γέλια κακαριστά και πονηρούς ψιθύρους ανάμεσα στις σύγχρονες, εφήμερες Λυσιστράτες.
H φετινή, όμως, νύχτα τ’ Αγιαννιού ήταν τόσο, μα τόσο διαφορετική! Ως «η βραδιά της κυρα-Ζηνοβίας της φευγάτης» θα έμενε στα χείλη των γυναικών τα μετέπειτα χρόνια. Έτσι, την έλεγαν στη γειτονιά: «H φευγάτη».
Ώριμη γυναίκα η κυρα-Ζηνοβία, με αριστοκρατική φινέτσα, κυρίως στο παρουσιαστικό της και λιγότερο στη συμπεριφορά της, είχε βγει στη σύνταξη αρκετά νωρίς, έχοντας συμπληρώσει την απαιτούμενη εικοσιπενταετία. Εργάστηκε ως δασκάλα στα νιάτα της, τοποθετημένη από τη Διεύθυνση Στοιχειώδους Εκπαίδευσης στο χωριό που γεννήθηκε.
Είχε μονίμως τα μαλλιά της τυλιγμένα σε πλεξούδα και σπάνια αντάλλασσε κουβέντα με τους γείτονες. Έπαιζε, συνήθως, με την πλεξούδα της κι έδειχνε να βολοδέρνει σ’ άλλο κόσμο, μονολογώντας λόγια που έμοιαζαν με παραλήρημα, αποκυήματα μιας απέραντης μοναξιάς.
H κυρα-Ζηνοβία έμενε μόνη της. Μοναδική επίσκεψη που δεχόταν ήταν αυτή του γιου της. Μια φορά το μήνα, κατά κανόνα Κυριακή, μαγείρευε από νωρίς το πρωί και όταν, μεσημέρι πια, κάθονταν στο τραπέζι αυτή κι ο γιος της, τον κοίταζε με λατρεία, στηρίζοντας το πιγούνι της στα σταυρωμένα της χέρια, χωρίς να ακουμπάει το πιάτο της. Θεωρούσε χαμένη ευτυχία τον όποιο χρόνο αφιέρωνε για φαγητό.
O άντρας της, συζούσε -όπως έλεγαν στη γειτονιά- ξελογιασμένος με μια ξετσίπωτη μικρή, δυο τρία χρόνια αφότου ήρθαν στην Αθήνα. H κυρα-Ζηνοβία αντιμετώπισε το γεγονός με απόλυτη θλίψη, με την αξιοπρέπεια μιας γυναίκας, που είχε τη στοιχειώδη οικονομική δυνατότητα να τα φέρει βόλτα, αλλά και την περηφάνια να μην πιλαλάει σκούζοντας, ως τυχαίο γύναιο, πίσω από την απιστία του άντρα της. Γυναίκα εθισμένη εν τέλει στην κουλτούρα μιας κακιάς και απρόσμενης μοίρας, σε απόλυτη εκεχειρία με την ειμαρμένη που της έλαχε.
Με το που σουρούπωσε, οι γυναίκες μαζεύτηκαν για την καθιερωμένη ολονυχτία, στριμωγμένες κολλητά στα πέτρινα σκαλοπάτια της κυρα-Ζηνοβίας (όπως το συνήθιζαν χρόνια τώρα) όταν το ραδιόφωνό της σήμαινε προσκλητήριο για την εβδομαδιαία σύναξη, με αφορμή το θέατρο της Δευτέρας.
Στα γυναικεία αυτά νυχτέρια, οι ταινίες του σινεμά είχαν την τιμητική τους. Το «Όσα παίρνει ο άνεμος» ήταν η αγαπημένη ταινία της κυρα-Θέκλας, ενώ η κυρα-Μαρία προτιμούσε τη «Γη ποτισμένη με ιδρώτα» από τη μυστηριακή Ινδία.
Έτρεξε κι o Έκτορας να χωθεί ανάμεσα στις γυναικείες ποδιές, που σέρνονταν ξέγνοιαστες στα σκαλοπάτια της κυρα-Ζηνοβίας. Κάθισε δίπλα στην αδερφή του. Ήταν κι η Αφροδίτη εκεί· δυο βαθμίδες παραπάνω, πρόσθετο δέλεαρ, πλήρως εναρμονισμένο με την υπέροχη αττική νύχτα…
Προς έκπληξή του ο μικρός διαπίστωσε ότι το λόγο είχε σήμερα η κυρα-Ζηνοβία. Στα συχνά γυναικεία καλοκαιρινά ξενύχτια, αυτό συνέβαινε για πρώτη φορά. Ίσως και για τελευταία.
Κατά το συνήθειο, η κυρα-Ζηνοβία, που τόσο απρόσμενα είχε πάρει απόψε το λόγο, είχε ήδη αρχίσει να εξιστορεί τα δρώμενα από μια παλιότερη ταινία, ελληνική.
H Φανή έσκυψε για να ψιθυρίσει στο αυτί του Έκτορα τον τίτλο της:
— «“Σπονδή στον Έρωτα” λένε την ταινία», τον ενημέρωσε. «Έτσι νομίζω…»
O Έκτορας άκουγε από κάθε πόρο του δέρματός του. Αμέτρητοι οι δεκτες των παιδιών. Είχε τ’ αυτιά του διάπλατα στην αφήγηση της κυρα-Ζηνοβίας, παρακολουθούσε με συμπάθεια την παλίρροια και την άμπωτη στο ακατάληπτο παραλήρημά της. Το ραδιόφωνο έστεκε ακλόνητος κήρυκας στο περβάζι, εκπέμποντας σε χαμηλή ένταση.
Οι γυναίκες είχαν όλες αφοσιωθεί, εκστασιασμένες, στην αφήγηση που για πρώτη φορά, εδώ και χρόνια, αποτολμούσε η κυρα-Ζηνοβία η «φευγάτη».
— «… H κοπέλα, τον αγαπούσε με πάθος». Συνέχισε εκείνη, χαϊδεύοντας τη μακριά της κοτσίδα.
— «… Τον έβλεπε στο δάσος, κάθε φορά που πήγαινε για νερό στη βρύση. H βίκα ξεχείλιζε κι έτρεχε το νερό δροσερό και άσπιλο, μέχρι να χορτάσει τα βιαστικά φιλιά του, εκεί παραδίπλα, ακουμπισμένη στον κορμό του γεροπλάτανου. Φιλιά και όνειρα μπλεγμένα κάνουν την πιο εξαίσια πλέξη, ξέρετε. Όνειρα για παράταση της ευτυχίας χωρίς χρονικό ορίζοντα. Για παιδιά που γυροφέρνουν ξέγνοιαστα σαν κουταβάκια, για όμορφες οικογενειακές συγκεντρώσεις, για ομαδικές εξορμήσεις στη γενναιόδωρη απλοχεριά της φύσης».
H κυρα-Ζηνοβία πήρε μια βαθιά ανάσα.
— «… Τι να ’ναι άραγε ο έρωτας; Πλημμυρίδα ο έρωτας. Κι ας απαιτεί ο Αριστοφάνης μεγαλοπρεπείς βωμούς και ιερά προς τιμήν του. Όλα τα γκρεμίζει η φουσκοθαλασσιά του καινούργιου, της φρέσκιας νεανικής σάρκας», μονολόγησε στο παραλήρημά της, χωρίς να απευθύνεται στη γυναικεία ομήγυρη.
Μόνον o Έκτορας, η Φανή κι η Αφροδίτη με την παιδική τους εγρήγορση, ήταν σε θέση να διακρίνουν εκείνο το μονόλογο.
— «… Όμως, τα όνειρα είναι σύντομα, συνθλίβονται συνήθως απ’ τη στυφή πραγματικότητα», επανήλθε η κυρα-Ζηνοβία.
— «… O πατέρας της την είχε τάξει από παιδούλα στο γιο του τσιφλικά. Ακριβότερο το τάξιμο απ’ τον έρωτα. Πουγκί κι ο έρωτας. Παντρεύτηκε το γιο του τσιφλικά, υποκύπτοντας στην απόφαση του πατέρα – αφέντη. Τη μέρα του γάμου ο λεγάμενος έφευγε, ανθρώπινο ράκος, απ’ το χωριό για την Αθήνα».
Η μικρή παύση που ακολούθησε επέτρεψε ν’ ακουστεί ο αναστεναγμός της…
— «… Στο γαμήλιο γλέντι η κοπέλα αναλύθηκε πολλές φορές σε λυγμούς. Οι περισσότεροι νόμισαν πως ήταν από ευτυχία. Γιατί λίγοι ξέρουν να ξεχωρίζουν το κλάμα της χαράς από αυτό της δυστυχίας. Πρέπει να τα ’χεις βιώσει και τα δύο για να τα διακρίνεις».
Τύλιξε στα χέρια τη μακριά της κοτσίδα.
— «… Νέε μου Αγάθωνα, δύσμοιρε νεανία, πόσο μεγάλη πλάνη φέρεις, όταν με σεμνότητα διακηρύσσεις “απρέπεια και Έρως πόλεμον μεταξύ των αιώνιον έχουν”. Άμπωτις ο έρωτας», μονολόγησε ξανά η φοιβόληπτη κυρα-Ζηνοβία κοιτάζοντας ψηλά προς τ’ αστέρια, ανιχνεύοντας τον ξάστερο ουρανό.
Πήλινο σταμνί.
Το ραδιόφωνο σχολίαζε με στόμφο τη διαφαινόμενη παραίτηση του πρωθυπουργού, κάτω απ’ το βάρος των γεγονότων της Θεσσαλονίκης.
H κυρα-Ζηνοβία συνέχισε, ενώ ο αυθόρμητος λυγμός της κυρα-Μαρίας τάραξε για λίγο τη σιγαλιά της νύχτας.
— «… H κοπέλα, λοιπόν, κάνει ένα γιο, αλλά όλοι λένε ότι μοιάζει του λεγάμενου. O άντρας της πληγωμένο θηρίο. Τους δέρνει ανελέητα και τους δύο αποζητώντας μάταιη δικαίωση από την κακιά μοίρα. Δαιμονισμένος. H κοπέλα δε νοιάζεται για τον εαυτό της. O συμβιβασμός με τη μοίρα δεν είναι δα και τόσο δύσκολος. Νοιάζεται όμως για το παιδί της. Πέφτει πάνω στον άντρα της σαν λυσσασμένη, κάθε που αυτός σηκώνει χέρι στο παιδί».
Το αυτί του Έκτορα συνέλαβε απ’ το ραδιόφωνο, κάτι… «για επικείμενο σχηματισμό κυβέρνησης μειοψηφίας». Η ομήγυρη δεν έδωσε σημασία. Τι σημασία μπορούσε να έχει εξάλλου για τη γυναικεία ευαισθησία η όποια κυβερνητική αλλαγή μπροστά σε μια ξυλοδαρμένη γυναίκα κι ένα κακοποιημένο παιδί;
— «… H αγάπη διατηρούνταν άσβεστη και στους δυο ερωμένους», είπε χαμηλόφωνα η κυρα-Ζηνοβία ενώ μια ανεπαίσθητη σύσπαση χάραξε το πρόσωπό της.
— «… Ώσπου μια μέρα, πέφτει o γιος του τσιφλικά απ’ τ’ άλογο και μένει παράλυτος! Το κυνήγι του αποδείχθηκε μοιραίο. Στο αναπηρικό του καροτσάκι συγκεντρώνονται ανίκανα πλέον να δράσουν, κακία, μίσος και μανία για εκδίκηση. Η κοπέλα τον περιποιείται αγόγγυστα. Παρά τις πρόστυχες βρισιές που εκτοξεύει εναντίον της. Παρά τις προσβολές που δέχεται καθημερινά. Ζωή χωρίς πνοή. Ζωή αντικατοπτρισμός θανάτου. Πλήρης υποταγή στην άδικη κι αχόρταγη μοίρα που της εξακόντισε φαρμακερό το βέλος».
O Έκτορας διέκρινε στο φως των αστεριών το συνήθως ξέγνοιαστο μουτράκι της Αφροδίτης, συσπασμένο και ωχρό, όξινο και νεφελώδες.
H κυρα-Ζηνοβία ανακάθισε στο σκαλοπάτι.
— «… Ώσπου o λεγάμενος γυρίζει στο χωριό. Φτερωτές ελπίδες την κυριεύουν. Αρχίζει να τον ξαναβλέπει. Πάλι στο δάσος, πάλι στη βρύση. Πάλι με φορτισμένα βυζιά. Αχ! Αυτός o εξαγνισμός του νερού. Πόσες και πόσες ανομίες οξειδώνει. Βρυσομάνα που τροφοδοτεί τα βρύα με αγριωπή πρασινάδα. H ζωή αχνοφαίνεται στο διάβα του χρόνου. Απόδειξη οι τύψεις που της ροκανίζουν τα σωθικά. Τρωκτικά που βγαίνουν τις νύχτες και τρέχουν πέρα δώθε στους δαιδάλους του μυαλού. Αφήνεται στη μοίρα. Παραιτείται στη Σκύλα και τη Χάρυβδη του έρωτα και των τύψεων. Αποτέλεσμα βίαιης εσωτερικής διαπάλης κι ευνουχισμού ή βήμα προσαρμογής στη ζωή, μη με ρωτάτε να σας πω, ούτε κι εγώ ξέρω…»
Το ραδιόφωνο κάτι έλεγε για παλατιανούς, για παρακράτος και για παραπομπές σε δίκη.
— «… Μια μέρα, o σακάτης γιος του τσιφλικά που κάτι είχε υποψιαστεί βγαίνει στο χαγιάτι με το αναπηρικό καροτσάκι για να δει ποιος είναι, πέφτει από τη σκάλα και σκοτώνεται. O ήχος απ’ το χαλίκι στο τζάμι, o ήχος της αλλόκοτης συμπεριφοράς της κοπέλας που αντιβούιζε στο νου του, η άδικη μοίρα που τον έσπρωξε να βγει στο κεφαλόσκαλο, όλοι αυτοί πρέπει να λογίζονται φονιάδες του. Πάνω στο ψυχορράγημά του προλαβαίνει να ορκίσει τον πατέρα του για εκδίκηση. O τσιφλικάς κατηγορεί τον ερωμένο και τον στέλνει στη φυλακή ως δολοφόνο του γιου του. Είχε δα τα μέσα για να ικανοποιήσει την εκδικητική του μανία. Τα χνάρια του στον κήπο ήταν αρκετά για τη στήριξη της σκευωρίας και την καταδίκη του. H κοπέλα περιμένει τέσσερα χρόνια. Τέσσερα μπρούσκα χρόνια. Με το παιδί φτερούγα ανοιχτή, έτοιμη v’ ανοίξει και να πετάξει στα καταπράσινα λιβάδια της ελπίδας».
— «Και τι έγινε εν τέλει;» βιάστηκε να μάθει η κυρα-Μαρία, μέσω βαθύπνοων λυγμών.
— «Όταν βγαίνει από τη φυλακή φεύγουν οι τρεις τους για την Αθήνα, μην αντέχοντας την πνιγηρή ατμόσφαιρα του χωριού. Για μια καινούργια ζωή, απαλλαγμένη απ’ τ’ ασήκωτα βάρη του “ένοχου” παρελθόντος. Μην περιμένετε να σας πω, ότι ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα», ολοκληρώνει την αφήγησή της η κυρα-Ζηνοβία.
— «Ποιο έργο είπες πως είναι αυτό;» ρώτησε εν τέλει η κυρα-Μαρία με την παροιμιώδη αφέλεια και το άσπρο μαντιλάκι μισοδιπλωμένο στα χέρια για να σκουπίζει τα δάκρυά της.
— «Δεν είναι έργο. Είναι η ζωή μου. Δεν σας την είχα ποτέ διηγηθεί», απάντησε η κυρα-Ζηνοβία μ’ έναν ξέπνοο αναστεναγμό, για ν’ αφοσιωθεί οριστικά πια στη μακριά, κάτασπρη βοστρυχώδη μπούκλα της.
Κανείς δεν πρόσεξε τη φωτιά που είχε σβήσει. Μόνο ένιωσαν τη ψύχρα που έφτανε ως τα φυλλοκάρδια τους…
Εμπνευσμένο από τη μουσική σύνθεση του Μελέτη Ρεντούμη “Love expectations”
ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΚΑΤΣΑΡΑΣ
Πολύ ωραία αφήγηση.
ΝΟΣΤΑΛΓΙΚΟ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ…
Η αφήγηση της κυρα-Ζηνοβίας καταπληκτική!
O ήχος απ’ το χαλίκι στο τζάμι, o ήχος της αλλόκοτης συμπεριφοράς της κοπέλας που αντιβούιζε στο νου του, η άδικη μοίρα που τον έσπρωξε να βγει στο κεφαλόσκαλο, όλοι αυτοί πρέπει να λογίζονται φονιάδες του.
Ζωντανές εικόνες που κρατούν αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη.
Μου άρεσε πολύ. Καλή σας επιτυχία!!
ένα ιδιαίτερο κείμενο, με ζωντάνια και ρεαλισμό στην αφηγηση
Συγχαρητήρια και καλή επιτυχία!
ΜΠΡΑΒΟ ΣΤΟ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ ΚΑΙ ΣΤΟ BONSAISTORIES ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ!
Πολύ ωραίο κείμενο! Εύχομαι καλή επιτυχία!!!
ενα κειμενο που τραβα τους αναγνωστες απ’ τις πρωτες γραμμες
Θαυμάσιος τίτλος, αντάξιος του περιεχομένου.
Το ξεχώρισα. ΚΑΛΗ ΕΠΙΤΥΧΙΑ.