Η Αΐσα έκανε σχέδια. Να αποκτήσει ένα σπίτι. Να σπουδάσει. Να φτάσει τ’ αστέρια. Έκλεινε τα μάτια, ταξίδευε. Δεν ήθελε να τ’ ανοίξει. Όταν ήταν κλειστά ονειρευόταν. Όταν τ’ άνοιγε, μαύριζε απ’ τον καπνό της φωτιάς, που ζέσταινε τον χώρο έξω απ’ τη σκηνή της.
Άκουσε πως οι άνθρωποι κρύφτηκαν στα σπίτια ν’ αποφύγουν μια αρρώστια. Κρύφτηκε κι εκείνη στο τρύπιο πανί της. Τράβηξε και το φερμουάρ ως απάνω. Έσφιξε τα μάτια. Το πανί φούσκωσε. Τα σχέδια έγιναν σχεδία. Το κύμα φούσκωσε. Συνάντησε τον πατέρα της, χαμογέλασε.
Ανέβα, πατέρα!
Εκείνος ελαφρύς επέπλεε χωρίς ν’ ακούει τη σχεδία να διαλύεται.
ΚΑΙΤΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ