Έχει περάσει μια χιλιετία, και καμιά δεκαπενταριά χρόνια ακόμα, από την εποχή που ζούσε και δρούσε ο Βάρδας ο Σκληρός. Επιβιώνει, πλέον, ο απόγονός του, όχι φυσικά ο βιολογικός, αλλά ο πνευματικός. Η ζωή του δεν διεκδικεί «δάφνες» και τίτλους αυτοκρατορικής εξουσίας, αλλά ο ίδιος έχει πλάσει την προσωπική του ιδεολογία, πάνω στις αξίες της ίδια της ζωής. Στην πραγματικότητα, πάντως, ο ίδιος είναι πολύ πιο ανίσχυρος, από όσο θα φανταζόταν κανείς, διότι αποτελεί μία μορφή φαινομενικού «κακού», με αποτέλεσμα το φαινομενικά «καλό» να τον νικάει κατά κράτος. Ποιο είναι, όμως, άραγε, το φαινομενικά «καλό»;
Δεν είναι διοικητής ή στρατηγός, αλλά και πάλι διευθύνει ή διοικεί ένα σταθμό υπεραστικών λεωφορείων, ο οποίος λειτουργεί ως κόμβος σε ένα χωριουδάκι. Χωριουδάκι αλλά κόμβος, ο οποίος κόμβος συνδέει δυο πρωτεύουσες νομών και δίνει στον ήρωά μας τη δυνατότητα να ασκήσει και αυτός τις διοικητικές του ικανότητες, σχετικά με την κυκλοφορία των λεωφορείων και ιδιαίτερα ως προς το θέμα της μετεπιβίβασης, που με ενδιαφέρει, αλλά και της ομαλής λειτουργίας μιας άτυπης ανταπόκρισης μεταξύ των δύο λεωφορείων, που χρησιμοποιώ εγώ ο ίδιος, μόνος μου! Πάντα; Όχι πια, καθώς το φαινομενικά «καλό» ξεπρόβαλε, μπροστά μου, τάχα για να με υποστηρίξει έναντι της αυγής του φαινομενικού «κακού».
Δώδεκα και μισή ακριβώς: Ο δρόμος είναι μακρύς. Είναι πολύ νωρίς ακόμα, αλλά βρίσκομαι ήδη στη στάση λεωφορείων του χωριού. Το λεωφορείο αργεί ακόμα για τον κόμβο του Βάρδα του Σκληρού…
Μία παρά είκοσι: Το καλοκαίρι πλησιάζει, αλλά ο καιρός είναι βροχερός. Αυτό δυσχεραίνει τις προσδοκίες μου. Διερχόμενο δρομολόγιο είναι. Λογικό να έχει κάποια καθυστέρηση, λόγω της κακοκαιρίας…
Μία παρά δέκα: Το «λιμάνι» μου είναι, κάπως, μακριά. Ίσως να μην προλάβω το καράβι του. Ωστόσο, το φαινομενικά «καλό» έρχεται κοντά μου, για να μου συμπαρασταθεί. Ερηνούλα το όνομά του…
-Δεν πρόκειται να σε αφήσω μόνο σου! Θα είμαι μαζί σου! Όλοι και όλες σε αφήνανε πάντοτε μόνο σου στη στάση. Οι τύψεις με φάγανε. Σε έβλεπα μόνο και δεν με άφηναν οι Ερινύες, τα βράδια, να κοιμηθώ. Άφησα τους πάντες, για να έρθω μαζί σου! Μαζί θα πορευόμαστε πια!
-Ερηνούλα, είσαι η ελπίς μου! Μαζί σου, δεν φοβάμαι τίποτε πια!
Μία ακριβώς: Μακριά, ξανθά και κυματιστά μαλλιά. Η Eρηνούλα από τη μια και ο Βάρδας από την άλλη. Ο πόλεμος που θα βιώσω με το λεωφορείο, με παραπέμπει πάλι σε αυτόν. Δυο φορές την έχασα την ανταπόκρισή του. Δυο φορές δεινοπάθησα με τον υπεύθυνο Σταθμάρχη του Βάρδα του Σκληρού. Κοντούλης, γεματούλης, με γυαλιά ηλίου, με κατάμαυρη μπλούζα, με υπεροπτικό βλέμμα και με τάσεις σαδιστικές για τον «τυχερό» που θα φιλοξενηθεί στον αφιλόξενα «χρυσό» σταθμό του.
-Παλιά, με άφηνες μόνο μου και έφευγες μαζί με όλες τις άλλες.
-Ξέρω! Σου ζητώ συγνώμη! Είχα τύψεις! Τώρα, θα επανορθώσω! Δεν θα ξαναπεράσεις ποτέ τα ίδια. Θα είμαι, για πάντα, στο πλευρό σου!
Μία και πέντε: Το ταξίδι μας κρέμεται από μια κλωστή. Είμαστε στο όριο. Όσο αργεί, τόσο οι ελπίδες μας λιγοστεύουν… Καλύτερα να το ρισκάρει κανείς και να μείνει στο χωριό, ακόμα και για ένα δίωρο, παρά να κινδυνέψει να παραμείνει, για το ίδιο το συγκεκριμένο δίωρο, μέσα στο «Κολαστήριο». Τα δευτερόλεπτα κυλούν. Αν περάσουν λίγα ακόμα, δεν πρόκειται να το ρισκάρουμε. Ένα παλιό λεωφορείο, από αυτά που, παλιότερα, θα αποκαλούσαμε «προπολεμικά», έρχεται σαν «σιδερένια χελώνα». Μπαίνουμε και βλέπουμε… Ό,τι βρέξει, ας κατεβάσει…
-Μπορούμε; Μπορείς να μου δώσεις μια απόδειξη αισιοδοξίας;
-Μπες! Θα τα καταφέρουμε μαζί! Η αύρα μου θα μας σώσει! Δεν υπάρχει πιο θετική ενέργεια από τη δική μου! Ξέρεις γιατί; Γιατί, μέχρι πρότινος, ντρεπόμουν να σε κοιτάω στα μάτια! Τώρα, όμως, μετάνιωσα!
Μία και τέταρτο: Ο γέρος που οδηγεί το λεωφορείο, απαντάει με μια αβέβαιη ρήση στην ερώτησή μου, αν προλαβαίνουμε: «Μακάρι να τα καταφέρουμε!» Και στα Χελωνάκια, πέφτουμε πάνω στο παραδοσιακό διπλοπαρκάρισμα. Ο οδηγός κορνάρει, με μια κάποια αγανάκτηση. Οι αστυνόμοι, από το μπαλκόνι των εκεί αστυνομικών γραφείων, ατάραχοι, παρακολουθούν την παρεμπόδιση της κυκλοφορίας, σαν να πρόκειται για ένα συνηθισμένο καθημερινό φαινόμενο, που δεν μπορεί να διαταράξει τη ρουτίνα τους. Ο οδηγός που διπλοπάρκαρε, είναι εξαφανισμένος…
-Πάει! Την πατήσαμε και πάλι! Κολλήσαμε, εδώ, μια και καλή!
-Όχι! Θα τα καταφέρουμε! Είμαι μαζί σου! Πιάσε το χέρι μου να νιώσεις γαλήνη… Όλα θα πάνε καλά! Στήριξε τον εαυτό σου, πάνω μου!
Μία και είκοσι: Μια νέα κούρσα ταχύτητας είχε μόλις αρχίσει. Ο οδηγός, με το φιλότιμό του, τα έδωσε, τελικά, όλα. Μέσα σε λίγα λεπτά, αφήσαμε πίσω μας την Κουρτίνα, το Αμαρέττο, την Καρπουζάδα και τη Νέα Φραουλάδα. Η Eρηνούλα έπεφτε πάνω μου, κάτι που κατά βάθος της άρεσε, όπως άρεσε και σε μένα, αν και ο νους μου ήταν αλλού. Να πάρω τηλέφωνο! Να κάνω κάτι! Συν Αθηνά και χείρα κίνει, έλεγαν οι αρχαίοι!
-Κρατήστε την ανταπόκριση, σας παρακαλώ πολύ! Ερχόμαστε!
-Τι απάντησε; Θα την κρατήσει; Είμαι βέβαιη! Όλα θα πάνε καλά!
Μία και είκοσι πέντε: (σε 5 λεπτά)
-Προλαβαίνουμε οριακά; Τον Σκληρό δεν τον εμπιστεύομαι ποτέ!
Μία και είκοσι έξι: (σε 4 λεπτά)
–Θα τα καταφέρουμε. Το «καλό» θα κερδίσει! Είμαι σίγουρη!
Μία και είκοσι εφτά: (σε 3 λεπτά)
–Με κάνεις αισιόδοξο! Νιώθω ότι θα τα καταφέρουμε, τελικά!
Μία και είκοσι οχτώ: (σε 2 λεπτά)
-Κουράγιο! Το καλό θα κερδίσει. Η ειρήνη, πάντα, θα θριαμβεύει!
Μία και είκοσι εννιά: (σε 1 λεπτό)
«Το λεωφορείο αναχωρεί. Δεν μπορώ να το καθυστερήσω και να κάνω κάτι άλλο. Θα φύγετε με το επόμενο, σε δύο ώρες. Σας περιμένουμε».
Μία και μισή:
–Μόλις πήγε 1.30. Δεν μπορεί να δρα, αυθαιρετώντας ο «μαύρος»!
-Μην ανησυχείς! Θα τα καταφέρουμε! Είμαι σίγουρη! Χαμογέλα!
Μία και τριάντα ένα: Η ανταπόκριση χάθηκε. Όλα τελείωσαν. Ο Βάρδας καθόταν στο γραφείο του, σιωπηλός και τυπικός. Έμεναν άλλες δύο ώρες για το επόμενο δρομολόγιο. Ψάχνω την «Eρηνούλα» μου. Και αυτή, όμως, είχε φύγει. Πού είχε πάει; Τηλεφώνησε σε τρεις φίλες της, να έρθουν να την πάρουν, για να μην αργήσει. Δεν μου είπε τίποτα, γιατί δεν με χρειαζόταν πια. Πέρασαν, την πήρανε, φύγανε, χωρίς εμένα, φυσικά! Χαίρε, Καίσαρ, οι μελλοθάνατοι σε χαιρετούν! Τέλος και τω Θεώ Δόξα!
Θωμάς Αγραφιώτης
Αινιγματικό και θαυμάσιο. Μπράβο!
Ιδιαίτερα καυστικός ο Βάρδας σου. Συγχαρητήρια! Καλοτάξιδος…!!!