Το δάχτυλό μου χτυπούσε ρυθμικά τη στιλπνή επιφάνεια του μπαρ, ακολουθώντας τη μπιτάτη μουσική που αντηχούσε στη μεγάλη αίθουσα. Έπιασα το ποτήρι μου με το δεξί και άρχισα να σιγοπίνω το ποτό μου, κοιτώντας κατάματα τα γεμάτα καθίσματα απέναντι.
Η γκαρσόνα ήρθε κοντά και ξαναγέμισε το ποτήρι, χαρίζοντάς μου ένα κάτασπρο χαμόγελο. Της το ανταπέδωσα, γέρνοντας ελαφρά το κεφάλι προς τα δεξιά, ρίχνοντάς της μια ματιά αξιολόγησης.
Ξαφνικά η γκαρσόνα έβγαλε ένα άγριο ουρλιαχτό, σήκωσε έναν τεράστιο μπαλτά και τον κατέβασε με δύναμη πάνω στο αριστερό μου χέρι.
Στριγκλιές ακούστηκαν απ’ τις πρώτες σειρές και όλοι σχεδόν πετάχτηκαν τρομαγμένοι, σηκώνοντας τα χέρια τους για να προστατευτούν από το αίμα που τινάχτηκε ολόγυρα. Αρκετοί άνοιξαν την πόρτα και έτρεξαν έξω. Οι περισσότεροι όμως έμειναν και γούρλωσαν τα μάτια τους για να δουν καλύτερα.
Το δάχτυλο χτύπησε ακόμα δυο φορές στην επιφάνεια του μπαρ και έμεινε ακίνητο. Το αριστερό μου χέρι από τον αγκώνα και κάτω, είχε κοπεί από το βαρύ μπαλτά της γκαρσόνας που ανάσαινε γρήγορα και κοιτούσε το κατόρθωμά της με τρελό βλέμμα.
«Αυτό ήταν το καλό μου κοστούμι!» της γκρίνιαξα, κάπως έντονα το ομολογώ. «Ας ελπίσουμε ότι δεν έγινε χειρότερη ζημιά!» συνέχισα κοιτάζοντας τους θεατές.
Αμέσως ένας προβολέας άναψε και έριξε το φως του πάνω μου, επικεντρώνοντας στο ακρωτηριασμένο μπράτσο μου. Επιφωνήματα ακούστηκαν από τους θεατές που έβλεπαν το κόκαλο να μεγαλώνει σιγά-σιγά και τη σάρκα να αναγεννιέται γύρω του. Μερικά δευτερόλεπτα αργότερα, ακολούθησε η επιδερμίδα και ώσπου να αρχίσει να αναδομείται ο καρπός, άρχισαν να φαίνονται οι πρώτες τριχίτσες στο μπράτσο.
Μετά από λίγα λεπτά η αναγέννηση του αριστερού μου χεριού είχε ολοκληρωθεί. Έβγαλα δύσκολα το δαχτυλίδι από το μεσαίο δάκτυλο του νεκρού χεριού και το πέρασα εύκολα στο νέο.
«Στην αρχή, τα δάχτυλα είναι πάντα πιο αδύνατα. Μετά όμως παχαίνουν ξανά…» έκανα δήθεν λυπημένος για την αδυσώπητη φύση.
Λίγα δειλά γέλια στην αρχή και θύελλα χειροκροτημάτων μετά, καθώς σηκώθηκα και υποκλίθηκα μπροστά στο κοινό μου. Η κοπέλα πήρε το κομμένο μέλος και αφού το έδειξε στους θεατές -κάποιοι το άγγιξαν κιόλας- το πήγε μέσα στο δωμάτιο του κλίβανου που είχαμε στήσει για αυτόν ακριβώς το σκοπό. Η βαριά μυρωδιά της καμένης σάρκας έγινε αισθητή στην αίθουσα, δίνοντας τόπο για παραπάνω σχόλια και επιφωνήματα. Όλα ήταν μέρος της παράστασης.
Ναι, όπως θα καταλάβατε, είμαι προικισμένος με την ικανότητα της αναγέννησης. Όπως οι σαύρες μπορούν να ξαναφτιάξουν την κομμένη ουρά τους, έτσι κι ο οργανισμός μου μπορεί να ξαναγεννήσει, με απίστευτη ταχύτητα, ό,τι έχει χάσει με βίαιο τρόπο.
Το αντιλήφτηκα κάμποσα χρόνια πριν, όταν ένα σπασμένο τζάμι από παράθυρο, μου έκοψε τον δείκτη της δεξιάς μου παλάμης. Έκπληκτος τότε, παρακολούθησα μαζί με το σαστισμένο γιατρό του νοσοκομείου την αναγέννησή του. Θυμάμαι τον κόσμο που είχε μαζευτεί γύρω μου και κοιτούσε μια το κομμένο δάκτυλο και μια το ακέραιο χέρι μου. Θυμάμαι ακόμα την κοπέλα μου, που με είχε συνοδεύσει στο νοσοκομείο, να απομακρύνεται ταραγμένη. Δεν την ξαναείδα από τότε.
Δεν βαριέσαι, μικρό το κακό.
Μετά από αρκετούς πειραματισμούς ανακάλυψα ότι όλα μου τα άκρα είχαν αυτή τη μοναδική ικανότητα, να αναπαράγονται αυτόματα και χωρίς πόνο. Δεν πειραματίστηκα με οτιδήποτε άλλο, αν και είχα σοβαρές προτάσεις να το κάνω. Κάποτε μάλιστα, μια φεμινιστική οργάνωση μου έδινε πολλά λεφτά, για να κόψω το ανδρικό μου μόριο πάνω σε έναν ξύλινο κορμό, σαν αυτούς που κόβουν οι χασάπηδες τα κρέατα. Την «τελετή» θα εκτελούσε η ίδια η πρόεδρος των φεμινιστριών, μπροστά στα εκατοντάδες μέλη του οργανισμού. Μου έταζε τα τριπλά δε, αν τυχόν το άτυχο μόριο δεν αναγεννιόταν.
Αρνήθηκα φυσικά. Υπάρχουν και κάποια όρια.
Μπήκα μέσα στο καμαρίνι μου εκνευρισμένος. Η συμπεριφορά της γκαρσόνας-βοηθού μου όσο περνούσε ο καιρός γινόταν όλο και πιο αλλόκοτη.
Μετά από λίγο μπήκε κι αυτή. Μου έριξε μια αβέβαιη ματιά και προχώρησε αργά προς το κάθισμά της μπροστά στον καθρέφτη.
«Τι έγινε απόψε, μπορείς να μου πεις;»
Σιωπή απ’ τη μεριά της.
«Υποτίθεται ότι, όταν θα είσαι έτοιμη, μου κάνεις νόημα ώστε να προλάβω να βγάλω το σακάκι μου και να ανασηκώσω το μανίκι του πουκαμίσου μου. Είναι η δεύτερη φορά μέσα σε μια βδομάδα», συνέχισα εκνευρισμένος. «Τι συμβαίνει;»
Την είδα που άφησε τα χέρια της να πέσουν στα πόδια της αδύναμα. Γύρισε απότομα προς το μέρος μου.
«Δεν αντέχω άλλο», ξέσπασε κλαίγοντας. «Δεν το αντέχω πια αυτό!»
«Τι, κορίτσι μου;» Έκανα μαλακά, «τι σου συμβαίνει πες μου!» Λες και δεν ήξερα.
«Όλο αυτό … το αίμα», κατόρθωσε να πει ανάμεσα σε λυγμούς. «Δεν το μπορώ πια…»
Σηκώθηκα και πήγα προς το μέρος της. Την αγκάλιασα τρυφερά και εκείνη μετά από ένα μικρό δισταγμό, αφέθηκε στα χέρια μου και λύθηκε στα δάκρυα.
«Δεν μπορώ να κοιμηθώ πια χωρίς εφιάλτες. Πώς μπορείς και το αντέχεις αυτό το πράγμα;» με ρώτησε ανασηκώνοντας το βλέμμα της και ψάχνοντας το δικό μου. «Είναι τόσο… αφύσικο, τόσο φρικτό. Κι αυτός ο κλίβανος… όποτε πετάω αυτό το… πράγμα μέσα κι αρχίζει να ξερνιέται αυτή η μπόχα του καμένου λίπους! Φοβάμαι ότι, αυτό το χέρι θα με κυνηγά σ όλη μου τη ζωή», ψιθύρισε.
«Ηρέμησε σε παρακαλώ, νομίζω ότι υπερβάλλεις!»
«Δεν καταλαβαίνεις», μου πέταξε σαν κατηγόρια. «Δεν πονάς, δεν νιώθεις!»
Έκλεισε με τα χέρια τα μάτια της και χώθηκε πιο βαθιά στην αγκαλιά μου.
Όση ώρα την κανάκευα, προσπαθούσα να σταθμίσω τα πράγματα και να δω αν θα μπορούσα να συνεχίσω έτσι. Δεν ήταν η πρώτη φορά, αυτή ήταν η έκτη βοηθός που κατέρρεε για τους ίδιους λόγους στα χέρια μου. Αυτή τη φορά όμως ήταν πιο δύσκολα. Είχαμε συμβόλαιο για ολόκληρο το μήνα σ’ αυτό το θέατρο με καθημερινές παραστάσεις και δεν υπήρχε χρόνος να εκπαιδεύσω άλλη βοηθό. Τουλάχιστον όχι μέχρι αύριο.
«Κάνε λίγο υπομονή», μουρμούρισα μαλακά. «Κάνε λίγο κουράγιο να τελειώσουμε με τις υποχρεώσεις μας εδώ και μετά θα πάμε διακοπές. Ε; θέλεις;» Της ανασήκωσα το πηγούνι ψάχνοντας κάποια θετική αντίδρασή της.
«Και μετά; Μετά απ τις διακοπές; Τι θα κάνουμε μετά;»
«Θα δούμε, μην το σκέφτεσαι τώρα!»
«Όχι πες μου, τι θα κάνουμε μετά, θέλω να ξέρω».
«Μα τι θες να κάνουμε; Εδώ έχουμε ένα χρυσορυχείο! Θέλεις έτσι απλά να το εγκαταλείψουμε και να το αφήσουμε αναξιοποίητο; Και τι θα κάνουμε μετά; Όχι πες μου σε παρακαλώ, πώς θα τα βγάλουμε πέρα μετά, μέσα σ’ αυτή την κρίση;»
Σταμάτησα, δίνοντάς της χρόνο να επεξεργαστεί τα λόγια μου.
«Προσπάθησε να συνέλθεις, σε παρακαλώ, γιατί έχουμε και αύριο παράσταση».
Δεν ήμουν σίγουρος για το πώς ακούστηκα και προσπάθησα να ξαναβρώ τα μάτια της.
«Είσαι καλύτερα τώρα;»
Κούνησε το κεφάλι της καταφατικά αποφεύγοντας το βλέμμα μου. Έφυγε απ τα χέρια μου και πήγε στον καθρέπτη της.
Η υπόλοιπη νύχτα πέρασε γρήγορα, με επισκέψεις σε όλα τα μπαρ και ξενυχτάδικα της πόλης, κάνοντας γνωστή την παρουσία μου και διαφημίζοντας την παράσταση παντού, όπως έκανα κάθε φορά.
Γύρισα στο ξενοδοχείο και πήγα προς το δωμάτιό της. Χτύπησα την πόρτα, αλλά δεν απάντησε. Δεν επέμεινα, γύρισα στο δωμάτιο μου και ξάπλωσα.
Δηλαδή, τι; Να τα παρατήσω όλα για χάρη της; Τι απαίτηση διάολε! Όλες όσες ήρθαν κοντά μου έτσι φέρθηκαν. Εγωιστικά. Κάθε φορά τα ίδια. Όσες κοπέλες και να δοκίμασα σαν βοηθό, σε όλες εξηγούσα λεπτομερώς τις απαιτήσεις της συγκεκριμένης δουλειάς. Και το αποδέχονταν. Όλες. Τουλάχιστον έτσι έδειχναν στην αρχή. Γιατί, μετά από λίγο καιρό ήθελαν και κάτι παραπάνω. Από μένα. Όλες.
Εγώ ποτέ δεν θέλησα να αλλάξω την επαγγελματική μας σχέση και ποτέ δεν το επεδίωξα. Αυτές το ήθελαν. Με τον καιρό όμως κατάλαβα ότι, με αυτό τον τρόπο έμεναν περισσότερο χρόνο κοντά μου. Τις συνάρπαζε αυτή η μυστηριώδης, η αφύσικη δύναμή μου και λαχταρούσαν να γευτούν την αλμύρα της. Έτσι μου έρχονταν κάθε φορά, ενθουσιασμένες κι ερωτευμένες. Όταν όμως η αλμύρα έπαιρνε χρώμα και γινόταν αίμα, άρχιζαν τα προβλήματα. Το μυστήριο έχει γλύκα, το τίμημά του όμως όχι.
Εγωίστριες! Εγώ έκοβα τα κομμάτια μου, πώς ήταν δυνατόν να πονούν αυτές;
Την επόμενη μέρα ξεκίνησα την παράσταση, κρατώντας το σακάκι μου στο χέρι κι έχοντας, για παν ενδεχόμενο, ανασηκωμένα τα μανίκια του πουκαμίσου.
Το δάκτυλό μου χόρευε στο ρυθμό της μπιτάτης μουσικής, που σήμερα μου φάνηκε πιο δυνατή. Τα ρυθμικά χειροκροτήματα των θεατών ακολούθησαν το δάκτυλό μου. Χαμογέλασα. Έτσι γινόταν κάθε φορά μετά την πρώτη παράσταση.
Τα ρυθμικά χειροκροτήματα συνόδευσαν τη γκαρσόνα που μου έβαλε το πρώτο ποτό, τα χαμόγελα μας και το δεύτερο ποτό που ευδιάθετος κατέβασα μονορούφι.
Ένας εκκωφαντικός ήχος ακούστηκε αναπάντεχα και σκέπασε κάθε άλλο. Κρατώντας ακόμα το ποτήρι με το δεξί, κοίταξα έκπληκτος το αριστερό μου χέρι. Ήταν εκεί στη θέση του, άθικτο.
Απόρησα. Κοίταξα τη βοηθό μου και τρόμαξα βλέποντας τα σκοτεινά της μάτια μουντζουρωμένα απ’ το μακιγιάζ και τα στραβωμένα χείλη της να προσπαθούν να πουν κάτι. Τα χέρια της έτρεμαν τόσο πολύ που σχεδόν έκρυβαν το λεπτό πλακέ πιστόλι που κρατούσε, με την αχνισμένη κάννη του στραμμένη προς το μέρος μου.
Το αίμα τινασσόταν αχνιστό από το στήθος μου, λερώνοντας τα πάντα ολόγυρα.
«Όχι κι αυτό το πουκάμισο!» μουρμούρισα αδύναμα.
Βασίλης Περιφάνης
Πολύ πρωτότυπο κείμενο. Σου κόβει την ανάσα!
Πολύ δυνατό…μέσα από την αλληγορία γεννά μεγάλο προβληματισμό, ο οποίος κορυφώνεται στο ανατρεπτικό τέλος
Μου κράτησες το ενδιαφέρον αμείωτο ώς το τέλος! Σ’ ευχαριστώ Βασίλη, κάθε επιτυχία στις γραφές σου εύχομαι!
Ιδιαίτερο κείμενο με αρκετές δυνατότητες για περαιτέρω εξέλιξή του, ίσως και σε νουβέλα. Καλή προσπάθεια γραφής!
Θαυμάσιο διήγημα με απρόβλεπτο τέλος.
Σας ευχαριστώ όλους που μου κάνατε την τιμή και διαβάσατε το κείμενό μου.
Ωραίο κείμενο με απροσδόκητη εξέλιξη.
Φανταστικό! Από τα καλύτερα διηγήματα που έχω διαβάσει!
Απίστευτη η υπόθεση και η εξέλιξη! Μπράβο στο συγγραφέα!
Συγχαρητήρια! Πολύ εκφραστικό διήγημα με ανατροπές και ιδιαιτερότητες.
Πολύ πρωτότυπη υπόθεση και το τέλος σε αφήνει άφωνο.
Πανέξυπνο, το καταδιασκέδασα!!!
Πολύ πρωτότυπο, συγχαρητήρια!
Αιματηρά κυνικό σχόλιο για την απληστία. Επώδυνα κοφτερή η ματιά του συγγραφέα. Εύγε στον Βασίλη Περιφάνη!
Εύχομαι μετά απ’ αυτό το “μικρό” δείγμα του συγγραφικού σου ταλέντου να απολαύσουμε και άλλες παρόμοιες αιχμηρές, ανατρεπτικές λογοτεχνικές σου εμπνεύσεις! Μπράβο!