Από μικρός όταν ήταν ο Δημοσθένης, παρατηρούσε τους ανθρώπους στο δρόμο και τον ενδιέφερε ο τρόπος που περπατούσαν. Βλέποντάς τους, του άρεσε να πλάθει με τη φαντασία του ιστορίες που να ταιριάζουν στον καθένα. Τον ενδιέφεραν λιγότερο εκείνοι που περπάταγαν γρήγορα, ενώ εκείνοι που δε βιάζονταν, που πήγαιναν αργά, που έσερναν τα πόδια τους στο χώμα, του κινούσαν περισσότερο την περιέργεια. Τι άνθρωποι είναι αυτοί που δεν έχουν κάτι να τους κυνηγά και να τους κάνει να βιαστούν; Των άλλων το περπάτημα ήταν ξεκάθαρο πως είχε συγκεκριμένο σκοπό. Ή πήγαιναν στη δουλειά τους -μάλιστα, αφού βιάζονταν, θα πρέπει να είχαν αργοπορήσει κι έτρεχαν μην καθυστερήσουν- ή γύριζαν στο σπίτι όπου τους περίμεναν οι δικοί τους.
Ήταν βέβαιος πως όσοι περπατούσαν αργά, ήταν πιο ελεύθεροι και είχαν μεγαλύτερα περιθώρια επιλογών από όσους βιάζονταν. Εκείνοι που έτρεχαν είχαν απολύτως προδιαγεγραμμένα πλαίσια στα οποία μπορούσαν να κινηθούν και η δυνατότητά τους να δοκιμάσουν νέους δρόμους για να περπατήσουν ήταν περιορισμένη. Θεωρούσε δεδομένο πως αν βιάζεσαι, θα επιλέξεις έναν και μοναδικό δρόμο κι αυτός δεν είναι άλλος από τον ταχύτερο. Αν όμως βαδίζεις αργά, κοιτώντας δεξιά κι αριστερά κι ίσως και σιγοτραγουδώντας ένα τραγούδι ή έστω σφυρίζοντας έναν σκοπό, τότε σου δίνεται η ευκαιρία να χαθείς πηγαίνοντας από δρόμους άγνωστους και μακριούς.
Το πρωί τον απασχολούσαν λιγότερο οι αργοί διαβάτες, γιατί ήταν μάλλον άνεργοι. Αν όμως ήταν απόγευμα -ιδίως αν ήταν κανένα από κείνα τα μελαγχολικά δειλινά που σε σκοτώνουν- τότε ήταν άνθρωποι οπωσδήποτε χωρίς οικογένεια να τους περιμένει στο σπίτι. Αυτούς τους λυπόταν και τους παρατηρούσε με περισσότερο ενδιαφέρον και προσοχή. Ήξερε πώς είναι να μη σε περιμένει κανείς, να μην έχεις κάποιον να σε αγκαλιάσει και να σε φιλήσει, όπως έκανε η μαμά του όταν, παιδί, γύριζε από το σχολείο. Την αγκαλιά την απογευματινή και το φιλί της υποδοχής τα θεωρούσε πιο σημαντικά απ’ ό,τι τα πρωινά του αποχαιρετισμού. Όταν φεύγεις, όλο και κάποιους υπάρχει πιθανότητα να συναντήσεις, όταν όμως γυρίζεις και δεν υπάρχει κανείς να σε υποδεχτεί, τότε αυτό είναι ένα τέλος χωρίς σωστό τέλος.
Μήνας Δεκέμβριος, δέκα μέρες πριν τα Χριστούγεννα κι ήταν σαν Φθινόπωρο ή σαν Άνοιξη. Ούτε κρύο ούτε βροχή ούτε δυνατούς ανέμους είχε. Άλλαξαν όλα και μαζί άλλαξαν κι οι εποχές και τα χαρακτηριστικά τους, όπως τα μαθαίναμε στο αναγνωστικό της πρώτης ή της δευτέρας δημοτικού.
Ημέρα Δευτέρα, ώρα τέσσερις και μισή. Είχε γράψει μία ώρα και ένα τέταρτο υπερωρία. Θα έπαιρνε δέκα ευρώ και τριάντα λεπτά περισσότερα. Όμως, δεν τον ενδιέφερε το οικονομικό. Πιο πολύ, κάθε φορά που του δινόταν η ευκαιρία να δουλέψει πέρα από το ωράριο, η ευτυχία του προερχόταν από το γεγονός πως θα είχε δικαιολογία να φτάσει στο σπίτι του αργότερα. Βέβαια θα μπορούσε, αν ήθελε, να αργούσε κάθε μέρα, χωρίς να χρειάζεται καμιάν απολύτως δικαιολογία. Θα μπορούσε να τριγύρναγε στους δρόμους και για μια και για δυο και για τρεις ή ακόμη και για πιο πολλές ώρες αν το διάλεγε. Όμως, είναι διαφορετικό έτσι κι είσαι υποχρεωμένος από ειδικές εργασιακές απαιτήσεις. Εκεί έχει σημασία η εικόνα που παρουσιάζεις στους ανωτέρους, αν χωρίς καμιάν αντίδραση και διαμαρτυρία αργείς όταν στο ζητήσουν. Αυτή η καθυστέρηση σήμαινε σοβαρότητα και επαγγελματική συνέπεια, ενώ το να τριγυρνάς άσκοπα στους δρόμους θα ήταν ελαφρότητα ανούσια. Έτσι το ’χε μάθει από τη μάνα του ο Δημοσθένης, και έτσι ακριβώς έκανε και τότε που ήταν ακόμη στο σχολείο. Έξι η ώρα χτυπούσε το κουδούνι, έξι και πέντε είχε ήδη ξεκινήσει για το σπίτι, ενώ κάτι άλλοι, όνομα και μη χωριό, κάθονταν και συζήταγαν και παίζανε σφαλιάρες ή και άλλα τέτοια χαζά παιχνίδια καταλήγοντας να φτάσουν στο σπίτι τους και μισή ώρα ακόμη αργότερα από κείνον. Εφόσον δεν ήταν τέτοιος ποτέ, πώς θα μπορούσε να γίνει τώρα σε τέτοια ηλικία…
Κάθε μέρα έως δεκαπέντε λεπτά και κάθε δεκαπέντε μέρες μία ώρα επέτρεπε στον εαυτό του να καθυστερήσει στον γυρισμό. Τότε που μπαίνοντας στο σπίτι με τη μισάνοιχτη πόρτα -που ήταν στο δρόμο του- επιδιδόταν σε πράξεις που τον γέμιζαν ντροπή. Παρά την τόση ντροπή, αν και παρακαλούσε να έβρισκε τη δύναμη να μην το κάνει, δυστυχώς δεν τα κατάφερνε κι όλο πέρναγε και ξαναπέρναγε τη μισάνοιχτη πόρτα. Και τότε όμως, πάλι με την ψυχή στο στόμα το έκανε και γύριζε μάνι μάνι στο σπίτι!
Το πρωί λοιπόν η δουλειά του Δημοσθένη απείχε από το σπίτι δεκαεπτά λεπτά, το απόγευμα το σπίτι απείχε από τη δουλειά είκοσι ή και εικοσιπέντε μπορεί λεπτά. Όχι ότι ακολουθούσε άλλον δρόμο. Την ίδια διαδρομή έπαιρνε και στην επιστροφή, μόνο που ήταν το βήμα του διαφορετικό, καθώς, αντίθετα από τον πηγεμό, ήθελε να καθυστερήσει να φτάσει στον προορισμό του.
Τώρα περπατούσε νωχελικά, αργά, ρέμπελα. Τα βήματά του σχεδόν δεν ακούγονταν, καθώς -μια ακόμη συνήθεια από τα παιδικά του χρόνια- φρόντιζε να μη σέρνει ποτέ τα παπούτσια του στο έδαφος. Το βήμα του ήταν αργό, δεν ήταν όμως βαρύ όπως έλεγαν κάτι τραγούδια λαϊκά από κείνα που ποτέ δεν άκουγε εκείνος. Βαρύ ήταν το βήμα ανδρών δυνατών, σκληρών, έτοιμων να τραβήξουν μαχαίρι ή έστω έτοιμων απλά να ανοίξουν καυγά. Ο Δημοσθένης μόνο τέτοιος δεν ήταν. Ποτέ δεν είχε έρθει στα χέρια με κανέναν. Ούτε καν στο σχολείο δεν το είχε κάνει –όταν διαπληκτιζόταν τα έβρισκε με επιχειρήματα και λογική.
Ενώ περπατούσε κοιτούσε δεξιά αριστερά, όχι από περιέργεια. Η διαδρομή του κάθε φορά που έφευγε από τη δουλειά ήταν η ίδια. Το ίδιο ίδιες ήταν και οι εικόνες των σπιτιών. Μαγαζιά δεν είχε για να κοιτάξει τις βιτρίνες. Ήταν δύο όλα κι όλα, κι αυτά χωρίς ενδιαφέρον. Το ένα ήταν το μπακάλικο απ’ όπου και μερικές φορές φεύγοντας από τη δουλειά ψώνιζε και το άλλο ήταν ένα τσαγκαράδικο. Το μόνο που είχε στην υποτυπώδη βιτρινούλα του ήταν σόλες και κομμάτια δέρμα που μάλιστα μύριζαν κιόλας. Κοιτώντας όμως δεξιά κι αριστερά και σταματώντας κάθε μέρα στις δυο βιτρινούλες καθυστερούσε μέχρι δεκαπέντε λεπτά να φτάσει στο σπίτι, πράγμα επιτρεπτό. Εκτός των δύο καταστημάτων υπήρχε και το σπίτι με τη μισάνοιχτη πόρτα. Χωρίς βιτρίνα αυτό, τα προϊόντα του για να τα δεις έπρεπε να μπεις μέσα από την πόρτα που έμενε σχεδόν όλο το εικοσιτετράωρο μισάνοιχτη. Σήμερα το προσπέρασε. Δεν ήταν η μέρα της ωριαίας καθυστέρησης.
Έφτασε στην πολυκατοικία του. Σταμάτησε, έβαλε το χέρι στην τσέπη του παντελονιού του να πιάσει τα κλειδιά. Έψαξε στη μια τσέπη, έψαξε στην άλλη, δεν τα ’βρισκε. Έβαλε το χέρι στην πίσω, την κωλότσεπη όπως την έλεγε όταν ήταν μικρός, πάλι όμως τίποτε. Και μετά θυμήθηκε. Θα τα είχε αφήσει η κυρία Μαργαρίτα που του περιποιόταν το σπίτι μια φορά την εβδομάδα, στο παρτεράκι δεξιά. Στην πραγματικότητα μάλλον από την αρχή της διαδικασίας του ψαξίματος ήξερε πού βρίσκονταν, όμως ήταν άλλη μια ευκαιρία να μην μπει μέσα. Ένα ακόμη άλλοθι για καθυστέρηση, άλλοθι με το οποίο ούτε ο ίδιος ούτε κανείς άλλος δε θα μπορούσε να τον ενοχοποιήσει.
Από μικρός είχε εξασκηθεί να βρίσκει άλλοθι. Τις ενοχές του τις γήτευαν τα άλλοθι που εφεύρισκε. Αν δεν είχε διαβάσει στο σχολείο, φρόντιζε να σκουντουφλήσει στο προαύλιο και να έχει τόσο γδαρθεί που θα έπρεπε να τρέξουν γεμάτοι ανησυχία μαθητές και δάσκαλοι και να πάρουν απόφαση αν θα έπρεπε να τον πάνε στο νοσοκομείο να ράψουν την πληγή.
Το διαμέρισμά του, ένα μικρό δυάρι που είχε όμως εκτός από τα δύο δωμάτια και ένα μικρό χωλλάκι, ήταν στον πρώτο όροφο, εσωτερικό. Του το είχαν αφήσει οι γονείς, να έχει πάντα κάπου να ζει ακόμη κι αν ποτέ μείνει χωρίς δουλειά. Τις αδελφές τις είχαν προικίσει καλά. Εκείνον τον είχαν σπουδάσει λογιστή στην Πάλμερ, αλλά καλού κακού του είχαν αφήσει κι αυτό το δυαράκι.
Άνοιξε το ψυγείο και πήρε ένα κομμάτι πίτσα. Ήταν περίσσευμα από την προηγούμενη, που μια και ήταν Κυριακή είχε αποφασίσει αντί να μαγειρέψει, να παραγγείλει με ένα κουπόνι προσφοράς έχοντας έκπτωση τριάντα τα εκατό. Δεν ήταν βέβαιος αν θα ήταν προτιμότερο να το φάει στο τραπεζάκι της κουζίνας ή αν θα ήταν καλύτερα να πάει στο σαλονάκι, ν’ ανάψει μαζί την τηλεόραση και να δει και τα νέα των έξι. Δεν ήταν εύκολη η απόφαση, αλλά τελικά έλυσε τον Γόρδιο δεσμό παίρνοντας την πίτσα του και πηγαίνοντας προς το υπνοδωμάτιο. Θα την έτρωγε στο κρεβάτι. Το χειρότερο που θα μπορούσε να συμβεί ήταν να πέσει κανένα κομματάκι και να λέκιαζε το σεντόνι. «Δεν πάει στο διάολο» σκέφτηκε. Αν, ο μη γένοιτο, συνέβαινε το κακό, θα το έβαζε στο πλυντήριο και θα έβγαινε ο λεκές.
Με αποφασιστικότητα πήρε στα χέρια την πίτσα του και κατευθύνθηκε θριαμβευτικά προς την κρεβατοκάμαρα. Δεν πρόλαβε να ανάψει όμως το φως, και πριν προσπεράσει το κατώφλι του υπνοδωματίου, σκουντούφλησε σ’ ένα σκαμπό που φαίνεται πως είχε ξεχάσει η κυρία Μαρία. Πριν το καταλάβει, δύο πράγματα συνέβησαν. Από το μεν χέρι του Δημοσθένη ξέφυγε η πίτσα, από τα δε χείλια του λόγοι ακατονόμαστοι σχετικοί ή με «το σόι του» ή με «σκεύη θρησκευτικά» και που εμένα, λυπάμαι δεν μου επιτρέπεται να επαναλάβω.
Το βράδυ εκείνο ο Δημοσθένης έκανε δίαιτα. Ξάπλωσε στο κρεβάτι και κοιμήθηκε αμέσως με ύπνο χωρίς όνειρα.
Γιώργος Κανόνης
Ωραία αφήγηση,ιδιαίτερα περιγραφική. Μπαίνεις κατευθείαν στην ψυχολογία του πρωταγωνιστή!
Πολύ καλό. Ο σύγχρονος άνθρωπος με τρεις δουλειές ,τρέχει και χάνει τις ώρες εικόνες που σχηματίζονται δίπλα του, και ακούει μουσική για διαφυγή του άγους της σύγχρονης ζωής.
Έξοχο. Καλύπτει το θέμα του πολύ καλά.
Συγχαρητήρια! Μου άρεσε πολύ το ύφος/στυλ γραψίματος!
Μ’αρεσει ο τροπος που σκεφτεστε Κυριε Κανονη και αντιστοιχα τον τροπο που αρθρωνεται τις σκεψεις σας
Εξαιρετικό! Το άμεσο στυλ γραφής, η σημασία στην λεπτομέρεια, η περιγραφή των συνηθειών του Δημοσθένη βάζει τον αναγνώστη στον κόσμο του και βιώνει μαζί του τη μοναξιά και το αίσθημα του ανικανοποίητου που νιώθει. Σε αυτό συμβάλλει κατά τη γνώμη μου και ο άψογος χειρισμός της έννοιας του χρόνου μέσα στο κείμενο. Ο αναγνώστης γνωρίζει το χρονικό πλαίσιο που κινείται ο ήρωας (δέκα μέρες πριν τα Χριστούγεννα, Δευτέρα, ώρα τέσσερις, χρονομετρημένες διαδρομές από και προς στην δουλειά κλπ) και αυτό βοηθάει να νιώσει την αγωνία του για το χρόνο που δεν κυλάει πιο αργά και θα τον φέρει μια ώρα αρχύτερα αντιμέτωπο με τη μοναξιά του.
Μπράβο, πολύ καλογραμμένο ! Την επόμενη φορά θα παρατηρήσω με άλλη ματιά εκείνους που προχωρούν ¨αργά¨ !
Εξαιρετικά καλογραμμένο διήγημα. Λιτός και μεστός λόγος, δίχως περιττούς “καλλωπισμούς”.
Συγχαρητήρια!
Λίγες γραμμές που όταν τις διάβασα μου θύμισαν μερικές από τις δικές μου ώρες μοναξιάς. Λόγια απλά, καθημερινά αλλά ακριβώς επειδή ήταν τέτοια φαίνεται πως ήταν κι η αιτία που με άγγιξαν τόσο πολύ.
Γράψιμο στρωτό και ξεκάθαρο. Ιστορία ανθρώπινη και συνηθισμένη που σε συγκινεί.