Το ραδιόφωνο διέκοψε στη μέση το τραγούδι για να παίξει διαφημίσεις.
«Που να πάρει και να σηκώσει. Άστο να τελειώσει….. Πάει το κομμάτι, το κατέστρεψες…» είπε θυμωμένα και πέταξε την πετσέτα από τα χέρια της. Πήγε στο ράφι, το κατέβασε κι άλλαξε σταθμό. Επίτηδες. Έβαλε κάτι στην τύχη, έτσι, για να έχει την αίσθηση πως έχει τον έλεγχο. Πως τους τιμωρούσε αποχωρώντας από τη συχνότητά τους.
Η γάτα τρίφτηκε στα πόδια της παιχνιδιάρικα και νιαούρισε ζητώντας χάδια ή φαγητό ή και τα δυο. Ποιος μπορεί να ήξερε;
Η Σόνια έσκυψε και τη χάιδεψε. Εκείνη γουργούρισε, νωχελικά κούνησε την ουρά της και κατευθύνθηκε στο σαλόνι για να ανέβει στο αγαπημένο της παράθυρο. Η μέρα ήταν ηλιόλουστη, παρά το τσουχτερό κρύο και οι ακτίνες που περνούσαν από το τζάμι ζέσταιναν το πρεβάζι που κάθονταν τώρα η «Κοκόνα».
Το διαμέρισμα δεν είχε θέρμανση. Κανένα διαμέρισμα της πολυκατοικίας δεν είχε. Δεν υπήρχαν τα κονδύλια για το πετρέλαιο. Για φωταέριο, ούτε λόγος. Το κόστος της τοποθέτησης, αποτρεπτικό.
«Ο καθένας για τον εαυτό του και ο σώζων εαυτόν σωθήτω.» θυμήθηκε τα λόγια της μάνας της.
Η κυρά Λένη πάντα το έλεγε σε περιόδους κρίσης, με στόμφο, γιατί εκείνη είχε κανονίσει την πορεία της και είχε προβλέψει. Το μόνο πράγμα που της ξέφυγε ήταν ο θάνατος, που τη βρήκε ήσυχη να κοιμάται ένα βράδυ, πριν καμιά δεκαριά χρόνια, σε ηλικία ενενήντα τεσσάρων ετών. «Πλήρης ημερών», είπε ο γιατρός, υπέγραψε το χαρτί κι έφυγε για άλλον ασθενή.
Και η Σόνια είχε προβλέψει. Για τη θέρμανση, φυσικά, γιατί για τον θάνατο κανείς δεν μπορούσε. Είχε δει τη διαφήμιση με την αερόθερμη σόμπα που ήταν στη μισή τιμή, είχε λάμπες αλογόνου; (ένας Θεός ήξερε τι ήταν αυτό), ήταν οικονομική, μεταφέρονταν παντού και ζέσταινε τόσα πολλά τετραγωνικά. Όταν τελικά την έφεραν και τη χρησιμοποίησε, τότε κατάλαβε πως ούτε τα μισά δεν ήταν αλήθεια από αυτά που διαφήμιζαν.
«Δεν βαριέσαι; Τουλάχιστον, δεν θα πεθάνουμε από το κρύο», είπε στην Κοκόνα μια μέρα που το χιόνι κόντευε να στρωθεί στον ακάλυπτο.
Τα μεσημέρια, έφερνε τη σόμπα στο σαλόνι, κοντά στην αγαπημένη της πολυθρόνα που ήταν δίπλα στο παράθυρο. Καθόταν αναπαυτικά, τοποθετούσε τη μικρή της κουβέρτα στα πόδια, φορούσε τα γυαλιά της και διάβαζε, μέχρι να πέσει ο ήλιος και να ’ρθει το μούχρωμα του απογεύματος.
Την ίδια ρουτίνα ακολουθούσε ευλαβικά τους χειμώνες και τα καλοκαίρια, χωρίς τη σόμπα και την κουβέρτα βέβαια, τα τελευταία πέντε χρόνια. Είχαν περάσει τόσα ή μήπως ήταν παραπάνω; Όχι, τόσα ήταν που έφυγε κι εκείνος για το ταξίδι χωρίς γυρισμό. Μαζί πενήντα τέσσερα χρόνια και τώρα μόνη με τη γάτα για παρηγοριά, γιατί ο Θεός δεν τους είχε χαρίσει παιδιά.
«Εκεί που ο Θεός δεν δίνει παιδιά, δίνει ο Διάολος ανίψια», έλεγε μια άλλη παροιμία και ίσχυε πράγματι.
Τέσσερα. Δύο από την αδελφή της και δύο από την κουνιάδα της, ζωή να ’χανε ούτε τηλέφωνο δεν αξιώνονταν να πάρουν για να μάθουν τι έκανε η θεία. Για το θεαθήναι, βρε αδελφέ. Έστω ένα από τα τέσσερα, για να του έγραφε το σπίτι. Αλλά έτσι ήταν οι νέοι. Αδιάφοροι.
Τι σημασία είχε, πια; Εκείνη είχε αποφασίσει και είχε γράψει το σπίτι στο κοριτσάκι του δεύτερου ορόφου, που ο μπαμπάς του ήταν άνεργος και η μαμά του δούλευε σε συνεργείο καθαρισμού σπιτιών, για τριακόσια πενήντα ευρώ το μήνα. Μαζί τής άφηνε κι ένα μικρό ποσό που είχε μαζεμένο από την σύνταξή της, για να μπορέσει η μικρή να συνεχίσει το σχολείο. Και τώρα τους βοηθούσε. Διακριτικά, γιατί ήταν αξιοπρεπείς άνθρωποι και δεν ήθελε να τους προσβάλει.
Έκανε, ό,τι περνούσε από το χέρι της για να μη στερείται η μικρή, έστω, το γάλα της. Αυτός ήταν ο λόγος που είχε ζητήσει από τη μητέρα να έρχεται τρεις φορές την εβδομάδα να τη βοηθά στις δουλειές του σπιτιού, δήθεν, γιατί μπορούσε μια χαρά να τα καταφέρει μόνη της και να της δίνει ένα επιπλέον εισόδημα για την οικογένεια.
«Αν μπορείς να κάνεις κάτι, κάνε το καλό, αλλιώς μην κάνεις τίποτα», έλεγε άλλη μια λαϊκή ρήση και η Σόνια αγαπούσε της λαϊκές παροιμίες, γιατί ήταν σοφές και βγαλμένες μέσα από την ίδια τη ζωή.
Καθισμένη στην γωνιά της, όπως κάθε μεσημέρι, άνοιξε το βιβλίο με τα ποιήματα του Καβάφη, πέφτοντας στη σελίδα με το «Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον».
…«κι αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που χάνεις».
Το ’χε κάνει. Με το κεφάλι ψηλά είχε ήδη αποχαιρετήσει το παρελθόν, χωρίς να μεμψιμοιρεί. Η ζωή τής είχε δώσει τα πάντα, απλόχερα. Και χαρές και λύπες. Κάποιες φορές οι δυσκολίες ξεπερνούσαν τα όριά της, όμως έβρισκε το κουράγιο να συνεχίσει. Ο Θεός της έδινε τη δύναμη να πάει παραπέρα κι ο χρόνος γιάτρευε τις πληγές της. Οι ουλές, βέβαια, ήταν εκεί να της θυμίζουν, αλλά δεν πονούσαν πια. Ακόμα κι ο χαμός του Κώστα, δεν την κατέβαλε. Είχε δει γυναίκες μικρότερες από την ίδια, με παιδιά κι εγγόνια, που μετά το θάνατο του συντρόφου, έπεφταν σε βαθιά κατάθλιψη και κατέληγαν στα χάπια. Ζωντανές νεκρές. Προσπαθούσε να τις λυπηθεί, αλλά δεν μπορούσε.
«Ο άνθρωπος έχει μεγάλη δύναμη μέσα του να ξεπεράσει τις αντιξοότητες και να συνεχίσει μπροστά, για όσο είναι το γραμμένο του», σκεπτόταν σε τέτοιες περιπτώσεις.
Ήταν άδικο πρώτα για εκείνες τις ίδιες και μετά για τον περίγυρό τους. Υπέφεραν όλοι για ένα γεγονός που δεν ήταν δυνατό να αλλάξει. Φυσικά, δεν εννοούσε την αντίπερα όχθη. Την λήθη. Όχι! Αλλά την αποδοχή. Τη δύναμη να αποδεχθεί κάποιος το αναπόφευκτο, όσο οδυνηρό κι αν ήταν. Γιατί η επόμενη μέρα ερχόταν. Σε τραβούσε από το χέρι με το ζόρι να σηκωθείς για να τη ζήσεις. Και μετά η επόμενη και η επόμενη. Έπρεπε τότε να επιλέξεις αν θα στεκόσουν στα πόδια σου να περπατήσεις ή θα σερνόσουν στο έδαφος για το υπόλοιπο της ζωής που σου ’μενε. Δεν ήταν εύκολο, το γνώριζε η Σόνια από πρώτο χέρι, όμως δεν ήταν ακατόρθωτο.
Η φίλη της η Κούλα είχε χάσει τον Νώντα τον περασμένο χρόνο και ακόμη έπαιρνε αντικαταθλιπτικά. Τους πρώτους μήνες προσπάθησε να τη βοηθήσει. Δεν την άφηνε καθόλου μόνη, παρά μόνο τα βράδια που γύριζε στο σπίτι. Αντί να συνέλθει η Κούλα, κόντεψε η ίδια να ξεκινήσει τα χάπια. Η εξάρτησή από τον σύζυγό της, ήταν πολύ μεγαλύτερη από όσο μπορούσε να φανταστεί η Σόνια. Ποτέ δεν της είχε είπε πως χωρίς τον Νώντα, δεν μπορούσε να αποφασίσει για τίποτα μόνη της. Τόσα χρόνια υποκρινόταν για να μη νιώθει, τι; Υποτιμητικά;
Τελικά, είχε έρθει η κόρη της από την Κατερίνη και την πήρε μαζί της. Μιλούσαν καμιά φορά στο τηλέφωνο κι από την ίδια μάθαινε πως τα πράγματα εκεί δεν ήταν καλύτερα. Από τη μια δεν ήθελε να στεναχωρεί το παιδί της και τα εγγόνια της και από την άλλη… καμιά προσπάθεια για βελτίωση. Η μοίρα της προδιαγεγραμμένη. Αφημένη στην κρίση των φαρμάκων και όχι στη δική της.
Το φως του ήλιου άρχισε σιγά -σιγά να χάνεται και να δίνει τη θέση του στο λυκόφως του απογεύματος. Οι σκιές στο σαλόνι μάκραιναν, κάνοντας το χώρο να δείχνει σκοτεινός, απόμακρος. Η Κοκόνα πήδηξε από το πρεβάζι στα γόνατα της καθισμένης Σόνιας. Εκείνη έβαλε το χέρι γύρω από το σώμα της γάτας και την αγκάλιασε. Η γάτα γουργούρισε. Όταν την άφησε κάτω, σήκωσε την ουρά της και εξαφανίστηκε στην κουζίνα για να φάει την κονσέρβα που την περίμενε, από το μεσημέρι, στο πιάτο της.
«Αγάπη μου, θα ’ρθεις;»
Η Σόνια ξαφνιάστηκε στο άκουσμα της φωνής του Κώστα και γύρισε να δει από που έρχονταν. Κάπου πίσω της, στις σκιές, διέκρινε τη σιλουέτα του. Πέταξε την κουβέρτα από τα πόδια της και σηκώθηκε να πάει κοντά του. Εκείνος της χαμογέλασε και της έτεινε το χέρι του. Του έδωσε το δικό της και τον κοίταξε καλύτερα. Έδειχνε νεότερος. Οι ρυτίδες είχαν χαθεί από το πρόσωπό του. Τα μαλλιά του δεν ήταν γκρίζα πια. Και η στάση του. Ευθυτενής. Δεν έγερνε μπροστά όπως τα τελευταία χρόνια της ζωής του που κρατούσε το μπαστούνι του. Ήταν όμορφος, όπως την εποχή που τον παντρεύτηκε.
«Που;» τον ρώτησε ακολουθώντας τον.
Βγαίνοντας από το σπίτι, βρέθηκαν στη μέση ενός καταπράσινου λιβαδιού. Ο ήλιος ήταν ψηλά και έλαμπε σε όλο του το μεγαλείο. Οι ακτίνες τού χάιδευαν το κορμί και το πρόσωπό της και η ζεστασιά τους έφτανε ως τα τρίσβαθα της ψυχής της. Ένα απαλό αεράκι ανακάτευε τα μαλλιά της που δεν ήταν πια άσπρα, αλλά κόκκινα και μακριά, όπως κάποτε. Πέρα στον ορίζοντα ένα μικρό δασάκι εκτείνονταν στην πλαγιά ενός λόφου.
«Εκεί! Ψηλά στην κορυφή του λόφου… Στο σπίτι μας!» της είπε και την οδήγησε μέσα από τις παπαρούνες και τα χαμομήλια.
Ο χρόνος δεν είχε καμία σημασία. Βρέθηκαν πολύ γρήγορα μέσα στο δασάκι ανηφορίζοντας το μονοπάτι που βρίσκονταν μπροστά τους. Τώρα οι ακτίνες έπαιζαν με τα φυλλώματα των δέντρων, κάνοντάς τα να γυαλίζουν. Πουλιά πετούσαν ανάμεσά τους τιτιβίζοντας, γεμίζοντας την πλάση μουσική. Μικρά ζωάκια έτρεχαν εδώ κι εκεί χωρίς να κρύβονται ή να φοβούνται. Κάπου κοντά, κρυστάλλινα νερά ακούγονταν να πέφτουν από κάποιο καταρράκτη. Σαν να της φάνηκε πως είδε μια νεράιδα…
«Κώστα…» δεν πρόλαβε να συνεχίσει.
«Σσσ, κάνε υπομονή. Φτάνουμε», της είπε σφίγγοντας το χέρι της.
Συνέχισαν σιωπηλοί μέχρι να βγουν στο ξέφωτο της κορυφής. Εκεί, στη μέση ακριβώς, ήταν χτισμένο ένα ξύλινο σπίτι. Όχι οποιοδήποτε. Αυτό που είχε ονειρευτεί. Με μεγάλα παράθυρα για να είναι φωτεινό. Με κεραμίδια… με σκαλιά και μπαλκόνι. Με κήπο γύρω του και όλα τα αγαπημένα της λουλούδια ανθισμένα. Ακόμη και η κουνιστή πολυθρόνα που ήθελε για να ξεκουράζεται τα δροσερά απογεύματα του καλοκαιριού, διαβάζοντας τα αγαπημένα της βιβλία, ήταν εκεί σαν να την περίμενε. Τα μάτια της γέμισαν δάκρυα.
«Μα πώς; Πότε;» τον ρώτησε και γύρισε να τον κοιτάξει.
«Δεν έχει σημασία πια. Σημασία έχει που είσαι εδώ. Για σένα. Για να ’σαι ευτυχισμένη. Μου έλειψες, γλυκιά μου!» της είπε και την αγκάλιασε σφιχτά.
Τον αγκάλιασε κι εκείνη. Και μετά τη φίλησε…
Η Κοκόνα τέλειωσε με το φαγητό της και γύρισε στο σαλόνι. Η κυρά της ήταν ακόμη καθισμένη, παρόλο που είχε σκοτεινιάσει έξω. Συνήθως τέτοια ώρα σηκωνόταν να ανάψει τα φώτα και να φτιάξει το τσάι της.
«Περίεργο…» σκέφτηκε και πλησίασε.
Κοιτώντας την, άρχισε να καταλαβαίνει. Το κεφάλι της είχε γείρει στο πλάι και το ένα της χέρι εκτείνονταν έξω από το μπράτσο της πολυθρόνας. Το άλλο είχε πέσει πάνω στα πόδια της κρατώντας ακόμη το βιβλίο που διάβαζε.
«Ωωω, κυρά… Καλό ταξίδι…» πήδηξε πάνω της κι έγλειψε το χέρι της για να την αποχαιρετήσει.
Το τηλεφώνημα ήρθε τρεις μήνες μετά την κηδεία. Η Μαρία, η γυναίκα του δεύτερου ορόφου που καθάριζε το σπίτι της Σόνιας, κοίταξε το νούμερο με απορία. Της ήταν παντελώς άγνωστο. Η πρώτη σκέψη της ήταν να το απορρίψει, αλλά το μετάνιωσε και απάντησε. Ο άνθρωπος από την άλλη άκρη της γραμμής τής συστήθηκε ως ο συμβολαιογράφος της κυρίας Σόνιας και την παρακαλούσε να βρεθούν στο γραφείο του, μαζί με τον σύζυγό της, για κάτι που τους αφορούσε άμεσα. Το γιατί, δεν μπορούσε να της το πει τη δεδομένη στιγμή από το τηλέφωνο.
Η υπόθεση αυτή έβαλε τη Μαρία σε σκέψεις. Με την Σόνια, εκτός από τις μέρες καθαριότητας, έπιναν, μόνο, κανένα καφέ μαζί, ανταλλάσσοντας συνταγές για κανένα γλυκό ή φαγητό. Καμιά φορά έπαιρνε και την κόρη της μαζί. Όχι πάντα όμως, γιατί η μικρή ήταν γεμάτη ενέργεια και όλο σκάλιζε τη βιβλιοθήκη της, ρωτώντας ασταμάτητα τι είναι το ένα και τι είναι το άλλο, χωρίς να τους αφήνει λεπτό ησυχίας. Ως εκεί.
Επιτέλους, στην επικείμενη συνάντηση, ξεκαθάρισαν τα πάντα. Υπήρχε διαθήκη μαζί με ένα γράμμα που εξηγούσε τον λόγο, γιατί όλα κληροδοτούνταν στην κόρη τους και όχι στους νόμιμους κληρονόμους.
Η Δανάη περπάτησε ανάμεσα στους τάφους. Ο παγωμένος αέρας χτυπούσε το πρόσωπό της κοκκινίζοντας τα μάγουλα και τη μύτη της. Δεν την ένοιαζε όμως. Κάθε χρόνο την ίδια μέρα, στις πέντε του Φλεβάρη, όφειλε να είναι εδώ. Ήταν το λιγότερο που μπορούσε να κάνει για την γυναίκα αυτή, που άνοιξε την πόρτα της ζωής, διάπλατα, για να μπορέσει η ίδια και οι γονείς της να επιβιώσουν. Όταν έφτασε στον προορισμό της, άφησε πάνω στον τάφο ένα μπουκέτο χρυσάνθεμα. Πάντα θυμόταν ότι η κυρία Σόνια τα αγαπούσε πολύ.
«Σε ευχαριστώ!» ένα δάκρυ κύλισε στο μάγουλο της Δανάης.
Μια αχτίδα ήλιου, σαν χέρι, χάιδεψε το κεφάλι της. Κάποιος χαμογελούσε με ευχαρίστηση.
Σταυρούλα Ζέρβα
ΥΠΕΡΟΧΟ !! Εξαιρετικά καλογραμμένο σε απλά μα πολύ σωστά Ελληνικά, με καλολογικά στοιχεία που του δίνουν ένα γνησια λογοτεχνικό χρώμα. Κοινωνικά ευαίσθητο, τρυφερό, ζεστό, σε παρακινεί να το διαβάσεις, στο τέλος σου αφήνει μία γλυκάδα, μία ευχαρίστη αίσθηση επειδή το διάβασες. Σαν να κέρδισες κάτι. Από τα καλύτερα διηγήματα που έχω διαβάσει τον τελευταίο καρό. Μπράβο Σταυρούλα !!
εισαι απιστευτη
Σταυρούλα μου από τα χρόνια που έγραφες στο μπλογκ σου θαύμαζα την πένα σου.
Συγκροτημένη, ευθύβολη, ευφάνταστη, τρυφερή, μέσα στη ζωή και έξω στην φαντασία.
Εύχομαι να συνεχίσεις να γράφεις!
Μπράβο σου υπέροχο κορίτσι.
Πολυ καλο οπως παντα. Αξια!
Έχω την τιμή να είμαι φίλη σου και μπορώ να έχω “ακουστική πρόσβαση” στα υπέροχα γραπτά σου.Ενα από αυτά είναι και το συγκεκριμένο το οποίο άγγιξε απίστευτα την ψυχή μου και ενυδάτωσε τα μάτια μου.Καλή συνέχεια γλυκιά μου!!!
Υπέροχη όπως και σε κάθε διήγημα. Δεν περίμενα τίποτα λιγότερο. Αξια Ρουλα μου!!!! Συνέχισε να μας χαρίζεις όμορφες σειρές γεμάτες νόημα!!
Μου αέσει παρα πολύ όπως γράφεις με κάνεις και νιωθω διαφορα συναισθήματα συγκίνησης και χαρας.Είναι εξαιρετικό!!!
ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ
ΚΑΛΗ ΕΠΙΤΥΧΙΑ!