Μέσα στον πόλεμο, η άχαρη ζωή σου,
βλέπεις να τρέχει σε ένα κόσμο μακρινό.
Πλανεύτρα χώρα που σου έταξε τα πάντα,
σου χάρισε χαμόγελο πικρό.
Τι κι αν σε δουν να σέρνεσαι κουρέλι,
ο κόσμος όλος απ’ τη γυάλα σε κοιτά,
σα να ’σαι το παράσιτο που ψάχνει,
να πάρει απ’ τη δικιά τους ομορφιά…
Ποια ομορφιά, πιστεύουνε πως θέλεις,
την ψεύτικη που κρύβουν στην ψυχή,
ή την χλιδάτη τη ζωή, που δε στερείται
τα πτώματα που πάτησαν στη γη;
Και αν η ζωή σου, κάθε μέρα σιγοσβήνει
στον όλεθρο που έστησαν να μπεις,
δεν σε φοβίζει της ζωής σου η κατάντια,
μόνο ο θάνατος, που αντίκρυ καρτερεί.
Δωσ’ μου το χέρι να σηκώσω το κορμί σου,
στο ίδιο ύψος να σταθούμε και οι δυο,
και τότε ο πόνος σου, θα γίνει και δικός μου,
θα μοιραστεί στη μέση ο καημός…
Δωσ’ μου το χέρι σου κι ακούμπα την καρδιά μου,
να πάρεις της αγάπης την πνοή,
την απαλότητα που έχει η ύπαρξή μου,
το χάδι της ελπίδας στην ψυχή.
