Διαβαίνω την σιδερένια πόρτα σου
χαϊδεύω το πέτρινο σκαρί σου.
Τα ακροδάχτυλά μου πλέκονται
στα ξέπλεκα αγριολούλουδά σου
που ο χρόνος εναπόθεσε με ευλάβεια
στα κοφτερά σου σπλάχνα.
Γεύομαι την αλμύρα σου
μου ξυπνάει θύμισες
και σαν πρωτόμπαρκοι γλάροι
πετούν στον καταγάλανο
ουρανό του μυαλού μου.
Βαδίζω προσεχτικά
στο γεμάτο βότσαλα κατάστρωμά σου
επάνω του οι αχτίδες του ήλιου ξιφομαχούν
ανασταίνουν μάχες αιώνων.
Ψηλαφίζω την αύρα άλλων ταξιδιωτών
ακολουθώ τα χνάρια τους
αισθάνομαι το δέος
που ένιωσαν αντικρίζοντας το θαύμα σου.
Αφουγκράζομαι τις ιστορίες
που μου ψιθυρίζουν τα μισογκρεμισμένα ξωκλήσια σου
και ανάμεσά τους μια λάμψη ξεπροβάλλει με τάματα ντυμένη
η Παναγία η Χρυσαφίτισσα
που τις φουρτούνες του Κάβο Μαλιά δάμασε
για να ταξιδεύει μαζί σου.
Κάθομαι να ξαποστάσω στην πλώρη σου
και οι πιστοί σου ναύτες
ένα γλυκό με άρωμα ροδόνερου
με κερνούν
φτιαγμένο από τις ιστορίες σου.
Τούτο το σκαρί ποτέ δεν θα σαλπάρει
το κάστρο της Μονεμβασιάς
ποτέ δεν θα αμολήσει κάβο
κι εμείς θα είμαστε
οι αέναοι ταξιδευτές
στο πέτρινο καράβι του Γιάννη Ρίτσου.
Καλή επιτυχία!