Σκαλίζοντας απόψε το κουτί των αναμνήσεών μου, το βλέμμα μου έπεσε σ’ εκείνη την ασπρόμαυρη φωτογραφία μας. Τη μοναδική απόδειξη ότι ήμασταν κάποτε ζευγάρι.
Αν και η καρδιά μου πάντα θα θυμάται πως με πλήγωσες.
Θυμάμαι πόσο ευτυχισμένη θεωρούσα ότι ήμουν τότε. Εκείνη τη βραδιά χαλαρώναμε ακούγοντας μουσική στο αυτοκίνητό σου. Μ’ αγκάλιασες και με φίλησες, ένιωθα την ανάσα σου ζεστή πάνω μου, σα να με τύλιγες ολόκληρη με μια μοναδική θαλπωρή.
Λίγα λεπτά, ίσως δευτερόλεπτα πριν βγω απ’ το αυτοκίνητό σου για να κατευθυνθώ στο σπίτι μου, με αιφνιδίασες μ’ αυτό που μου είπες!
“Παντρεύομαι με μια γυναίκα που θα με βοηθήσει ν’ ανελιχθώ επαγγελματικά”.
Πώς ήταν δυνατόν να ξεστομίσεις αυτή την κουβέντα… Μέσα στην αναστάτωσή μου, σε χαστούκια κι έφυγα γρήγορα!
Αυτό ήταν λοιπόν; Όλοι αυτοί οι μήνες που περάσαμε μαζί τι ήταν; Απλά χαμένος χρόνος… Τόσο κενός άντρας ήσουν λοιπόν! Μόνο η επαγγελματική σου αποκατάσταση σε ενδιέφερε;
Δεν μπορούσα να φανταστώ τέτοια εξέλιξη. Τόσο έξω έπεσα; Υπήρξα αφελής; Σ’ ερωτεύτηκα και σου δόθηκα. Απόψε σκίζω τη φωτογραφία! Αρκετά τη κράτησα. Μου θύμιζε πως δεν άξιζες την αγάπη μου.
“Αναστασία, πού ταξιδεύει το μυαλό σου;” ακούστηκε η φωνή της καλύτερής μου φίλης, της Μαρίας.
“Πάλι μ’ αυτό το παλιό κουτί ασχολείσαι;” με ρώτησε ανήσυχη.
“Πετάω τις αναμνήσεις του παρελθόντος. Δεν μου χρειάζονται πια”, της απάντησα.
“Φυσικά και δεν σου χρειάζονται. Αύριο παντρεύεσαι μ’ έναν υπέροχο άνθρωπο”, συνέχισε η Μαρία.
“Ναι, παντρεύομαι μ’ έναν υπέροχο άνθρωπο που αγαπώ και μ’ αγαπάει αληθινά”, της απάντησα ευτυχισμένη.
“Και με την καλύτερη κουμπάρα του κόσμου, εσένα!”
συμπλήρωσα χαμογελώντας.
ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
Αρθρογράφος- Συγγραφέας