Αγαπητοί φίλοι του Bonsaistories,
Την Τρίτη, 3 Μαρτίου 2026, θα λάβει χώρα στο εντευκτήριο της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών, Γερανίου 41 Ομόνοια, 2ος όροφος, στις 18:30, η παρουσίαση δύο υπέροχων έργων της Καλλιόπης Δημητροπούλου, “Τα παιδιά της σελάνας” και “Κανναβάτσο”.
Πρόσκληση της ποιήτριας
Φίλοι μου και αγαπητοί ομότεχνοι, σας προσκαλώ, την Τρίτη 3/3/2026, στην Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών, για να ταξιδέψουμε (μέσα από τις σελίδες των δύο βιβλίων μου), στη μεταφυσική αύρα της “Σελάνας” και τη γήινη υφή του “Κανναβάτσου”. Ομολογώ πως χρειάστηκε πολύς χρόνος για αυτή τη συνάντηση. Υπήρξαν αναβολές και προσωπικές δυσκολίες που κράτησαν τα βιβλία, για καιρό, εκτός παρουσίασης. Καθοριστική στάθηκε η επίμονη “πίεση” των καλών μου φίλων, Έφης Δημήτρουλα και Ηλία Στόφυλα, για την απόφαση της πραγματοποίησης. Σας προσκαλώ, λοιπόν, να συναντηθούμε εκεί όπου οι δυσκολίες γίνονται στίχοι και η αναμονή αντάμωμα, για να “συνομιλήσουμε” με “τα παιδιά της σελάνας” και της ζωής “το κανναβάτσο”.
ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΗΣ ΣΕΛΑΝΑΣ
Μεταξύ ύπνου και βαρδάρη
ανάβει η αδερφή μου η σελάνα
την πυροστιά της στα πλακόστρωτα
και καταφτάνουν οι θείοι ποιητές
με τα ιερά τους σύνεργα
να με αποδομήσουν.
Πρώτος ο ποιητής από το Ζάντε
με τη «Φεγγαροντυμένη» του στην άβυσσο
κατεβαίνει τις σκάλες.
«Πώς από δω», τον ρώτησα.
«Να, σαν λαμπάδιασε κι ο ουρανός
κείτομαι στο χωμάτινο στρώμα
με τις κακογραφίες να παλεύω»
μ’ αποκρίθηκε.
Και παραπίσω ο ποιητής της Πρέβεζας
τον αναγνώρισα από το ψάθινο καπέλο
και το σιδερικό να σκανδαλίζει τον κρόταφο.
Στο χέρι σφιχτά η παλιά φωτογραφία
με τις φτερούγες του κάτω από τον ευκάλυπτο.
Aπό σκαλί σε σκαλί κι άλλοι
ο Σάρλ, ο Πωλ, ο Αρθούρος*
με τα στοιχεία ταυτότητάς τους σε απόγνωση
κουβαλούσαν ψήγματα ουρανού στο μέτωπο.
Ο Αλεξανδρινός στο πρώτο τo σκαλί.
«Αιδεσιμότατε», του λέω
«ξέρετε ποια ώρα νυχτώνει ακριβώς;»
Σκούπισε τα γυαλιά του και
«όταν κυλάει το μεγάλο δάκρυ»
μ’ απάντησε.
*Mπωντλαίρ, Βερλαίν, Ρεμπώ
Καλλιόπη Δημητροπούλου
(Aπό την ποιητική συλλογή “τα παιδιά της Σελάνας”, εκδόσεις “Δρόμων”)

Ακολουθεί απόσπασμα από “το κανναβάτσο”
“Αν πέτρινο σπιτάκι στους κήπους της σελάνας ήμουν, κίτρινος λίβας θα τρύπωνε στα παράθυρα της ερημίας μου, θα ρουφούσε δύο σωληνάρια θλίψης και θα μουρμούριζε ένα τραγούδι σιγανό, σαν μοιρολόγι, να σφάζει κραατς και να αποκαθηλώνει κάθε ποτάμι γύρω μου που κατεβαίνει απελπισμένο και γδέρνει το πράσινο κανναβάτσο…”
