Σκιάθος. Ιούνης του 1977.
Ήταν η πιο ζεστή μέρα του νεογέννητου εκείνου καλοκαιριού. Ο ήλιος κατέκαιγε ζώα, ανθρώπους κι ορέξεις, αδιάκριτα. Η θάλασσα κρατούσε την ανάσα της, στεκόταν με κόπο ακίνητη και σαν απέραντος καθρέφτης αντανακλούσε τις ηλιακτίνες να γλιτώσει το τσουρούφλισμα. Μέχρι και ο αρχαιότερος κάτοικος του τόπου, το Αιγιοπελαγίτικο αγέρι, είχε αναζητήσει καταφύγιο σε πιο δροσερά μέρη. Στη δυτική γωνία του νησιού απλωνόταν η μεγαλειώδης ολύμπια αταραξία που μες στην κάψα του μεσημεριού χαυνώνει τις αισθήσεις, ξεχειλίζει τα πνευμόνια ραθυμία.
Πίσω απ’ τα ρηχόνερα και τα βραχάκια του Μικρού Ασέληνου, πάνω σ’ έναν πευκόλοφο, δέσποζε το καιροφαγωμένο αρχοντικό που έλαβε κληρονομιά ο κυρ Ανδρόνικος, ο Καθηγητής, όπως τον φώναζαν οι ντόπιοι. Τα τελευταία χρόνια οι Ασεληνιώτες κοίταζαν τα μονίμως σφραγισμένα παραθυρόφυλλά του και σκλήριζαν.
–Πόδι δεν έχει πατήσει ο πρωτευουσιάνος. Βρε, θα τρίζουν τα κόκκαλα του πάππου του π’ άφηκε το σπίτι να κακομοιριάσει, έλεγε κι απόλεγε ο γερογείτονας, βαλάντωνε και στο νου του ξαναζούσαν οι εποχές που τα γλέντια κι οι χοροί δεν είχαν τελειωμό στο σπιτικό εκείνο.
–Άσε τον μωρέ ήσυχο, φώναζε η γυναίκα του. Άσε τον μωρέ να ξαναμαλακώσει η καρδιά του· κακό που τον εβρήκε τον έρμο, έλεγε σα ν’ αποστήθιζε ποίημα και σταυροκοπιόταν. Άσε τον σου λέω στα βιβλία του, στην κορούλα του. Τι να ’ρθει να κάμει εδώ πια χήρος άνθρωπος;
Μετά το θάνατο της συζύγου του, πάνε τρία χρόνια τώρα, ο κυρ Ανδρόνικος έβαλε τα δυνατά του να μείνει όρθιος για χάρη της μοναχοκόρης του, που είχε γίνει πια ο μοναδικός σκοπός της ζωής του. Η Στέλλα τελείωνε το σχολείο την περίοδο εκείνη κι ο απρόσμενος χαμός της μητέρας της αναποδογύρισε τον κόσμο όλο. Κλείστηκε μοιραία στον εαυτό της, αρνιόταν να πάει στα μαθήματα, αποξενώθηκε από συγγενείς και φίλους κι ο πατέρας της ανήμπορος, την έβλεπε να μαραζώνει μέρα με τη μέρα. Μέχρι τη στιγμή που γνώρισε τον Αλέξη, έναν ευγενέστατο φοιτητή Νομικής, δυο χρόνια μεγαλύτερό της που με την αγάπη του επανέφερε το χαμόγελο και την ελπίδα στο ταλαιπωρημένο της προσωπάκι.
Ο χρόνος γιάτρευε επιδέξια κι η ζωή έδειχνε να ξαναμπαίνει σε κανονικούς ρυθμούς, ώσπου λίγο πριν αποσυρθεί ο περασμένος Μάης, η σχέση των νέων διακόπηκε απότομα για λόγους που δεν γνωστοποιήθηκαν ποτέ στον κυρ Ανδρόνικο. Έτσι, ο κόσμος τους ξαναναποδογύρισε· η Στέλλα έπεσε για μία ακόμη φορά στον γνώριμο λήθαργο του μαρασμού κλειδωμένη νυχθημερόν στην κάμαρά της και ο κυρ Ανδρόνικος έψαχνε μάταια να βρει απαντήσεις σε αρχέγονα πανανθρώπινα προβλήματα. Έστυψε το κεφάλι του, συμβουλεύτηκε φίλους, έκανε τα αδύνατα δυνατά, όμως τίποτα δεν έβγαζε από το μυαλό της Στέλλας τον αδικοχαμένο έρωτά της. Τελικά, βρήκε τη λύση που έψαχνε: αλλαγή σκηνικού! Λίγες μέρες μακριά από την Αθήνα, λίγες μέρες μακριά από αδικοχαμένους έρωτες, λίγες μέρες στην ξελογιάστρα Σκιάθο.
Κι έτσι, μετά από αρκετά χρόνια τα παραθυρόφυλλα άνοιξαν και πάλι, το αρχοντικό ξανανάσανε.
Ο κυρ Ανδρόνικος, καθόταν τώρα στην σκιά της λεμονιάς στην άκρη του ακατάστατου ακόμα κήπου, συνεπαρμένος από το βιβλίο που διάβαζε· δεν αντιλήφθηκε ότι είχε κιόλας μεσημεριάσει. Κοίταξε το ρολόι του. «Ώρα για φαγητό», σκέφτηκε και σηκώθηκε να φωνάξει τη Στέλλα να στρώσουν το τραπέζι. Την είδε να κάθεται όπως και ώρες πριν, στο ίδιο εκείνο βραχάκι που το κύμα λες και είχε λαξεύσει για παγκάκι. Σκούπιζε τα δάκρυά της.
«Έκλαιγε πάλι», μονολόγησε ο κυρ Ανδρόνικος. «Έκλαιγε!»
Το σχέδιό του είχε αποτύχει. Πέντε μέρες τώρα στην Σκιάθο και η κατάσταση της κόρης του δεν έδειχνε να βελτιώνεται. Γύρισε αθόρυβα πίσω στο σπίτι κι άρχισε να στρώνει το τραπέζι μόνος του. Το πήρε απόφαση. Την επομένη κιόλας θα επέστρεφαν στην Αθήνα.
«Πότε θα φύγουν αυτά τα δάκρυα;» αναρωτήθηκε. Όμως, δεν γνώριζε ότι αυτή τη φορά ήταν δάκρυα χαράς, δάκρυα αλλαγής, όχι δάκρυα πόνου.
Στις ρίζες του λοφίσκου δυο χελιδόνια παιχνίδιζαν ανακατεύοντας τις πευκοβελόνες με τα βοτσαλάκια που ’χε ξεβράσει η προχτεσινή φουσκοθαλασσιά. Η Στέλλα τίναξε το χέρι της να τα διώξει. Προσπαθούσε να ολοκληρώσει αυτό που διάβαζε χωρίς περισπασμούς. Οι σκισμένες σελίδες που είχε βρει σφηνωμένες σε μια χαραγματιά του βράχου την είχαν μαγέψει κι από το πρωί ταξίδευε με τιμονιέρη έναν άγνωστο ποιητή. Είχε τόσο συγκινηθεί από τους υπέροχους στίχους που κάποια στιγμή δεν άντεξε άλλο και ξέσπασε σε δυνατούς λυγμούς. Τα δάκρυά της κυλούσαν ασταμάτητα κι ενώνονταν με τον ιδρώτα του κορμιού της πριν στεγνώσουν πέφτοντας στην διψασμένη άμμο.
Πίστευε ότι ο άγνωστος ποιητής ήταν κάποιος κρυφός της θαυμαστής. Ένας καλλιτέχνης που είχε κάνει αυτοσκοπό του να υμνεί τους έρωτες και τις στενοχώριες της ψυχής της. Με έναν μελαγχολικό ενθουσιασμό διάβαζε στις ξεθωριασμένες λέξεις την ιστορία των εικοσιδύο χειμώνων και των εικοσιδύο καλοκαιριών της ζωής της. Εκείνο το πρωινό συνειδητοποίησε για πρώτη φορά ότι έχει κάποιον άγνωστο σύμμαχο σε τούτον τον πόλεμο του έρωτα και της ζωής. Κάποιον σύμμαχο που έδωσε μάχες, φυλακίστηκε κι έπρεπε εκείνη τώρα να τον βοηθήσει να ελευθερωθεί. Αναρρίγησε.
«Στέλλα! Έλα να φάμε κόρη μου! Το τραπέζι είναι έτοιμο», φώναξε ο κυρ Ανδρόνικος από το παράθυρο.
Η Στέλλα συγκέντρωσε τις σκόρπιες σελίδες που είχε βρει, έτρεξε στο σπίτι και τις ακούμπησε με ευλάβεια δίπλα στο προσωπικό της ημερολόγιο. Κοίταξε μια τελευταία φορά το μπροστόφυλλο και προσπάθησε να συλλαβίσει τον τίτλο από τα ξεθωριασμένα σύμφωνα και φωνήεντα: «Τ. Π..ΗΜ…Α. Τ.. Χ..Μ..Ν.. Κ…ΕΤ….ΟΥ».
Δεν ξέκρινε κάποιο νόημα. Δεν την ένοιαζε όμως.
Σκούπισε τα δάκρυα και πριν βγει στην τραπεζαρία ένιωσε όλες τις αισθήσεις της να στροβιλίζονταν, να αναμιγνύονταν, να κομματιάζονται στην αρχή κι ύστερα να ενώνονται σε μία μονάχα αίσθηση, μια υπεραίσθηση που ξύπναγε κάθε κύτταρο του κορμιού της. Μια ξυπναίσθηση.
Σκιάθος. Δέκα μήνες νωρίτερα.
Είχε επιτέλους ένα ολόκληρο απόγευμα για τον εαυτό του. Τις τελευταίες εβδομάδες δεν είχε ξαποστάσει ούτε στιγμή· στην κορύφωση της τουριστικής περιόδου, η ζήτηση για ψάρια στο Βόλο και τα γύρω Σποραδονήσια ήταν αυξημένη και το ψαροκάικο στο οποίο έβγαζε το βιός του, δεν είχε σταματήσει να σχίζει τα νερά.
Παραμονές Δεκαπενταύγουστου και το νησί έσφυζε από ζωή. Ο Ορέστης είχε τόσα πράγματα να κάνει, τόσους φίλους να δει, είχε όμως πάνω απ’ όλα την ανάγκη να χαλαρώσει λιγάκι πριν ανταμώσει με την παρέα του για το γλέντι της Παναγίας. Ξεκίνησε έτσι βιαστικά για το σπίτι της γιαγιάς που ’χε φυλαγμένο το ποδήλατό του, έκοψε ένα τριαντάφυλλο από τον κήπο και κατευθύνθηκε μονοπεταλιά στο αγαπημένο του βραχάκι πέρα στον κόλπο του Ασέληνου. Εκεί όπου συνήθως πήγαινε όταν ξέκλεβε χρόνο από τα δολώματα και τα δίχτυα για να ονειρεύεται το πολυαγαπημένο του Λενιώ και για να συμπληρώνει τις μέρες που ’χαν απομείνει κενές στο ημερολόγιό του.
Τους τελευταίους μήνες μάλιστα είχε κάνει τα πρώτα του δειλά βήματα στον κόσμο της ποίησης. Μπορεί τα χέρια να μύριζαν ψαρίλα, μα η ψυχή ευωδίαζε γιασεμί. Μετέτρεπε την αρμυροφαγωμένη νοσταλγία του σε έμπνευση· τους χτύπους της ερωτοχτυπημένης του καρδιάς σε ρίμες. Μέσω της ποίησης μπορούσε να σφιχταγκαλιάζεται και πάλι, έστω νοερά, με την αρραβωνιάρα του που τον περίμενε καρτερικά στον Βόλο.
Κάθισε σ’ έναν ίσκιο κοψολαχανιασμένος και τίναξε από τα σανδάλια του την άμμο. Το τριαντάφυλλο που ’χε κόψει, είχε ήδη αρχίσει να μαραίνεται, όμως στο μοσχοβόλημά του κρύβονταν όλες οι Μούσες που αναζητούσε εκείνο το σούρουπο για να συναντήσει τη Λένα του και να της αφιερώσει ένα ακόμα ποίημα.
«Αχ, Παναγιά μου και να μάθαιναν τα παιδιά για όλα αυτά που γράφω! Ποιήματα και κακό! Αμάν, χουνέρια που θα μου κάμανε!» ανατρίχιασε μόνο και μόνο στην σκέψη ότι θα αποκαλυπτόταν το μεγάλο του μυστικό.
Ο Ορέστης ως ο νεότερος σε ηλικία και πιο αγαπητός στο καΐκι, ήταν πάντα αποδέκτης των περισσότερων πειραγμάτων. Ήταν ψηλός, ξερακιανός κι εκείνη η χλομάδα δεν έφευγε ποτέ από το κούτελό του. Οι Σκιαθίτες ψαράδες κάθε πρωί του έφερναν κατσικίσιο γάλα από το σπίτι τους, «για να δυναμώσεις» του ’λέγαν και γελούσανε, μα εκείνος το αρνιόταν πάντοτε υπερήφανα. Τους έλεγε μάλιστα πως κάποια μέρα θα γινόταν ο καπετάνιος τους κι εκείνοι τον αποκαλούσαν χαϊδευτικά «ο χλωμός μας καπετάνιος».
Το πραγματικό του όνειρο βέβαια ήταν να αφήσει τα πελάγη στους νησιώτες και να βρει μια μόνιμη δουλειά στα στέρεα εδάφη του Βόλου, ώστε να είναι πάντα με τη Λένα του. Και γιατί όχι, ίσως μια μέρα να κατάφερνε να γίνει ένας τρανός ποιητής. Του φύτρωσε τότε μια ιδέα. Έβγαλε το κενό πρωτοσέλιδο της αβάπτιστης ποιητικής του συλλογής κι έγραψε με μεγάλα γράμματα: «ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΧΛΩΜΟΥ ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΥ».
Χαμογέλασε. Ίσα που πρόφτασε να βάλει την τελεία όταν άκουσε γνώριμες φωνές να πλησιάζουν από το μονοπατάκι. Έπρεπε να αντιδράσει άμεσα! Τινάχτηκε όρθιος, έψαξε τριγύρω πανικόβλητος κι έθαψε τα ποιήματά του σε μια σχισμή του βράχου πριν προλάβει να τα δει κανείς. Οι φίλοι του που γνώριζαν ότι σύχναζε σ’ εκείνο το κολπάκι τον αιφνιδίασαν με κραυγές, πειράγματα και γέλια.
«Θα επιστρέψω να πάρω τα χαρτιά μόλις ξαναπιάσουμε λιμάνι», σκέφτηκε κι αμέσως χάθηκε στην αγκαλιά της παρέας του που είχε ήδη κεφιάσει από τα τσίπουρα και τις ρετσίνες.
Αργά εκείνο το βράδυ, στο γλέντι της Παναγίας, δύο από τους φίλους του Ορέστη τυφλώθηκαν από το οινόπνευμα και πιάστηκαν στα χέρια για τα μάτια μιας κοπέλας. Ο φιλήσυχος χλωμός καπετάνιος δε δίστασε ούτε στιγμή· μπήκε ανάμεσα να τους χωρίσει. Η αδέσποτη μαχαιριά που δέχτηκε στα σπλάχνα του ήταν μοιραία. Ξεψύχησε επί τόπου.
Εκείνο το Δεκαπενταυγουστιάτικο χάραμα μέχρι και τα γιασεμιά θρηνούσαν.
Λευτέρης Ασπρόπουλος
Αινιγματικό μέχρι το τέλος όπου δίνεται η λύση. Υπέροχη αφήγηση. Μπράβο!
Ευχαριστώ πολύ… να είστε καλά!
Ευρηματικότατο. Συγχαρητήρια!
Ευχαριστώ πολύ Soula Svorou!
Ζωντανές εικόνες. Δυνατό κείμενο.
Ευχαριστώ πολύ Alex Christou!
Εξαίρετη πλοκή, εντυπωσιακός τίτλος!
Ευχαριστώ πολύ Margarita Sinou!
Ωραίες λέξεις δεμένες σε ένα λυρικό σύνολο.
Σ’ ευχαριστώ πολύ Sakis Akan.!!
Όμορφες, δυνατές εικόνες που σε παρασύρουν!Γιατί τόσος πόνος Λευτέρη;
Μες στη ζωή δεν είναι κι ο πόνος Μίνα;
Ευχαριστώ για το διάβασμα και το σχόλιό σου!