ΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ

Τινάζω την κάπνα από τα ρούχα μου. Λιάζω το πανωφόρι μου να φύγει η πάχνη. Οι μέρες θα γκρινιάζουν πάντα για τα ίδια κι ο κόσμος θα γεμίζει πλατείες με ιδέες και σημαίες και λόγια. Κάπου σε εκείνο το χωροχρόνο…

ΕΝΑ ΦΡΕΝΑΡΙΣΜΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ

Κάθε πρωί σε συναντούσα να κοιτάς τη θάλασσα σα να περίμενες νέα. Ανείπωτα και χιλιοειπωμένα συνάμα όλα. Κι ο χρόνος να σε ανταμώνει με κάθε κύμα που έσκαγε στα πόδια σου. Ερχόταν, χάιδευε τις πληγές, τις πότιζε αλμύρα κι ύστερα…

ΤΟ ΣΑΚΙ

Ένα σακί κουβαλούσε όλη μέρα. Ένα σακί ασήκωτο με «πρέπει» που του φόρτωσαν από τότε που είχε αθώο βλέμμα και γρατζουνισμένα γόνατα. Και το σακί βάραινε κι αυτός έγερνε, κι έγερνε, κι έγερνε… ώσπου δεν μπορούσε να κοιτάξει πια τον…