Ομορφιά

Τι ωραίο χρώμα έχουν τα μάτια σου Μια αύρα θαλασσινή που ξεγλιστράει στο υποστατικό της σιωπηλής συνείδησης και μεθάει από τα λόγια του έρωτα… Τι ωραία μέρα και η σημερινή τι κρίμα που βρέχει στης ψυχής σου τον ουρανό Τι…

Καλοκαίρι

Τεμαχίζει τις λέξεις του πόνου το μαχαίρι Κάνει ζέστη ακόμα και στο δωμάτιο της μοναξιάς Και όμως μεσα στην αμμουδιά της ψυχής συνωστίζονται για λίγο ήλιο τα όνειρα Καλοκαίρι ενα ξέγνοιαστο μεσημέρι, υστερα ένα απαλό δροσερό πρωινό της αγάπης αεράκι…

Ετοιμότητα

Στο τασάκι με τα τσιγάρα οι θυμωμένοι καπνοί γίνονται σύννεφο μοναξιάς, έτοιμα να βρέξουν είναι και τα μάτια της αδύνατης κοπέλας με την ουλή στο πρόσωπο και μια ασυνήθιστη αυγή μοιάζει να ικετεύει τον ήλιο μια τυραννισμένη μέρα… Έτοιμο είναι…

Η ποίηση στη ζωή μου

Για την παγκόσμια ημέρα ποίησης Κάθε λέξη είναι και μια ανάσα του ήλιου Οι στίχοι ξεδιψούν την λαχτάρα της ψυχής για ελπιδοφόρα όνειρα… Η συννεφιά των συναισθημάτων τώρα λούζεται μες το φως της ποίησης… Γράφω ποίηση θα πει ότι σκάβω…

Συννέφιασε

Συννέφιασε συννέφιασε η καλοσύνη και οι ρυτίδες της αναμονής γίναν πελώρια βουνά με χιονισμένους τους ώμους του από τον πόνο της ματαιότητας… Συννέφιασε και δείπνησε η αγωνία με τον λαβύρινθο στην ψυχή των συναισθημάτων… Συννέφιασε και τα μάτια του ουρανού…

Βυθός

Σκούρυνε της ψυχής ο βυθός και κάτι αλλόκοτα πετρώματα σαν απολιθωμένα αστέρια γέρνουν τώρα στο κορμί του ουρανού Ντύθηκε η μέρα, κοιμήθηκε το παράπονο και όμως συνεχίζει να μην μπαίνει στης καρδιάς του τα ενδιαιτήματα Σκουραίνει, σκουραίνει και η θάλασσα…

Το φλιτζάνι

Κορμιά σαν κατάρτια πλοίου ρυτιδωμένα χέρια κρατούν νευρικά το φλιτζάνι με τον καφέ στο φλιτζάνι μέσα καθρεφτίζεται ένα ολόγιομο φεγγάρι που κλαίει κοιτώντας το θλιμμένο πρόσωπο της νύχτας… Τώρα το φλιτζάνι το κρατάει ένας νέος που μοιάζει να χαιρετάει κάποιο…

Άγνωστοι νεκροί

Γυρίζει… μέσα στις στοές της σκέψης ένας επισκέπτης ιδεών ανίδεων απωθημένων… Ανέστιος πόνου θηρευτής ονείρων Και εκεί τα μάτια του αστράφτουν κάθε νύχτα και μοιάζουν σαν δυο φεγγάρια που αγκαλιάζουν της νύχτας τον θρήνο… Κυρτώνει ο ίσκιος του ακουμπισμένος στην…

Το άγαλμα που χαμογελούσε

Εκείνο το κορίτσι με το μαύρο φόρεμα ώρες μένει σκυμμένο πάνω στης συννεφιάς το τραπέζι.., Λένε πως μάλωσε με τον ήλιο και προσπάθησε να τραβήξει τα ξανθά μαλλιά του ήλιου και τα χερια της σάμπως να κρατάνε τώρα δυο φλογισμένα…

Αναπνοή

Αναπνοή πνοή ανάμνησης μέσα σε ομιχλώδες δάσος συναισθημάτων, Και ένας απροσδιόριστος φόβος τραγική ειρωνεία που ντύνεται το ρούχο της ύπαρξης Άγγιγμα θαλπωρής στο όνειρο ως αντικείμενο του πόθου… Και μια σκλαβωμένη συννεφιά ποζάρει δειλά στο φώς του ήλιου… Ανέκφραστη θλίψη…